tsantiliada
ΤΣΑΝΤΙΛΙΑΔΑΣ  Α
Να σι φαν τα σκλιά να σι φαν, άκουσε τη χλευαστική φωνή του αδερφού του
ο Χρύσης και τον είδε να τον κυνηγάει με ένα σκουπόξυλο στην αυλή του σπιτιού τους
κι αυτός να ανεβαίνει στη ροδακινιά, γελώντας, από όπου κατέβαινε συνήθως μια γάτα
με ένα πουλί στο στόμα, καθώς είδε ένα σκυλί να τραβάει με το στόμα τα έντερα από
τη κοιλιά ενός νεκρού, ενός νεκρού ξαπλωμένου ανάσκελα καμιά εικοσαριά βήματα
από την ακρογιαλιά, ενός νεκρού που δεν ήταν Τρώας αλλά ήταν παλικαράκι, κι άλλο
ένα να προσπαθεί να αποσπάσει ένα κομμάτι σάρκας από το λαιμό. Ένα άλλο, λίγο
πιο πέρα, έτρωγε το συκώτι, συκώτι πρέπει να ήταν. Ένας γύπας κάθονταν
στην κορυφή μιας νεκρής, καμένης, κεραυνόπληκτης βελανιδιάς, κάθονταν
σκεφτικός κι αναποφάσιστος.
Δεν ήταν θεός, ή θεά, ένας γύπας ήταν. Ένας γύπας που σκέφτονταν
εάν τον έπαιρνε να τη πέσει στα σκυλιά, ένας γύπας που έθεσε
στον εαυτό του το ερώτημα,
«ποιος είναι πιο ισχυρός, εγώ ή τα σκυλιά;» και η αδυναμία του να απαντήσει
ήταν η απάντηση. Τα σκυλιά τον είδαν αλλά ήταν μπουκωμένα και δεν γάβγισαν.
Δεν ήταν άγρια σκυλιά, ήταν σκυλιά των ηρώων, ήταν τσοπανόσκυλα,
πιο άγρια από τα άγρια, μοβόρικα και θρασύδειλα, ζούσαν με πτώματα,
σκυλιά που τον είχαν τρομάξει όταν ήταν πιτσιρικάς, σκλιά που τα είχε φοβηθεί,
σκλιά που τον έκαναν να τα κάνει πάνω του και να πάει στη μάνα του χεσμένος,
δεν πειράζει, Χρύση, δε πειράζει, θα σε πλύνω, αγόρι μου, δε πειράζει, έτσι
ήρθαν τα πράματα, κάθε εμπόδιο για καλό, σκλιά που τον δάγκωσαν
στο δεξί του κωλομέρι, δεν τα είχε κλείσει τα οχτώ, πήγαινε στη Τρίτη,
σκλιά με δόντια σουβλερά, τα ένιωσε καθώς μπήγονταν στα σάρκα του, σκλιά που
δε θα τα ξεχάσει, ούτε αυτά ούτε τα αφεντικά τους, σκλιά ψοφοδεή και θρασύδειλα,
αρκεί να ορμούσες πάνω τους τρέχοντας, ουρλιάζοντας, με ανοιχτά τα χέρια,
σκλιά ηρωικά, σκλιά που νόμιζαν ότι θα τα πιάσεις, έβαζαν την ουρά στα σκέλια τους,
έκαναν μεταβολή και την έκαναν, ολόιδια τα αφεντικά τους που λένε στα πρόβατά τους
να μην ξύνονται στη γκλίτσα του τσομπάνη. Τον είδαν, τον γνώρισαν, κάνα δυο από
αυτά είχαν δοκιμάσει στην πλάτη τους τι θα πει να τρως μαγκουριά, και μάλιστα
από κρανιά, από τα χέρια του Χρύση, του σοφού Χρύση, κι έκαναν πως δεν τον ξέρουν.
Όπως και τ΄ αφεντικά τους.

tsantiliada

Ξύπνησε πριν η Αυγή αφήσει την αγκαλιά του Τιθωνού για να φέρει το φως
στους θνητούς και τους θεούς, στους εργάτες και τους τραπεζίτες, όπως τότε,
όταν θα πήγαινε πρώτη μέρα στο σχολείο, ξύπνησε νύχτα και περίμενε να ξημερώσει,
ήθελε πολύ, ήθελε πολύ να πάει, να πάει να μάθει να διαβάζει, ήθελε πολύ και τον έβαλαν
να καθίσει σε μια καρέκλα, δεν είχε καθίσει ποτέ του σε καρέκλα, δεν είχε καθίσει
ποτέ του σε οικιακό όργανο βασανιστηρίου παιδιών και κάθισε, από το πρωί μέχρι
το μεσημέρι, και όταν τελείωσε η πρώτη μέρα και βγήκε έξω, άρχισε να τρέχει,
και να πηδάει, και να τον ρωτάει η μάνα του «τι έπαθες, αγόρι μου», και ν΄ ανησυχεί,
κι έτρεχε και πηδούσε, μίσησε το σχολείο από τη πρώτη μέρα, το αγαπούσε
και το μισούσε, αλλά σήμερα ο Χρύσης θα έκανε ένα μεγάλο ταξίδι με τα πόδια,
το ήθελε πολύ, πάνε χρόνια και ζαμάνια, περίμενε να ξημερώσει και σκεφτόταν,
σκεφτόταν πριν κοιμηθεί, σκεφτόταν όταν ξυπνούσε, σκεφτόταν τις λεπτομέρειες,
οι λεπτομέρειες είναι ο καλός θεός, τι θα έλεγε όταν θα τους συναντούσε,
τις αντιδράσεις τους, τους κινδύνους που διέτρεχε, αυτά συλλογιζόταν όταν πετάχτηκε
όρθιος χωρίς καν ο ίδιος να το θέλει και να το αποφασίσει, μόνο του το κορμί
πετάχτηκε από το κρεβάτι και πήγε να πάρει το φάρμακό του, δυο ποτήρια νερό
και ένα κουτάλι μέλι, αυτό  ήταν το πρωινό του φάρμακο, αυτός ήταν ο καλύτερος
γιατρός, δεν κοιμόταν ποτέ με ρούχα, η γύμνια είναι γιατρός, περπατούσε ξυπόλυτος,
από τον Απρίλη μέχρι τον Νοέμβρη, το περπάτημα, έλεγε και ξανάλεγε, είναι
ο καλύτερος γιατρός, κι η ξυπολησιά, και το πέντε ημερών ψωμί, και το πέντε χρονών
κρασί, και οι πέντε ώρες δουλειά τη μέρα, και το σκάψιμο, και το γαμήσι, και η αγκαλιά,
και το γέλιο, και η φροντίδα, έριξε ένα λινό χιτώνα πάνω του, έβαλε στο δισάκι του
ένα κομμάτι ψωμί, νερό θα έβρισκε, και ξεκίνησε μόλις η Αυγή σηκωνόταν
με πονοκέφαλο, από το αλκοόλ και το χασίσι της χθεσινοβραδινής κραιπάλης,
η απληστία της να είναι μια ζωή στα χάι της τα ανακάτεψε για άλλη μια φορά,
για να ψάξει να βρει ένα αναβράζον δισκίο και ορκίστηκε πως δεν θα το ξανακάνει.
Κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα είδε στα δεξιά του τη κορφή της Σαμοθράκης,
χρόνια και ζαμάνια είχε να τη δει ξεσκούφωτη, ξεστεφάνωτη, , φυσούσε βοριαδάκι,
σκόρπιζε τα σύννεφα, έκανε ψυχρούλα, έφτασε στη θάλασσα, τράβηξε γιαλό γιαλό
προς τη Τροία, περπάτησε, περπάτησε, άκουσε το μουρμουρητό ενός μικρού ποταμού,
είδε το αεράκι να λυγίζει τα ψηλόλιγνα καλάμια, ζέστανε για τα καλά, θεριστής
μήνας ήταν,  έκανε μια βουτιά, πήρε ένα υπνάκο κάτω από ένα αλμυρίκι, έφαγε ψωμί,
ήπιε νερό, πήρε τα πόδια του και συνέχισε. Πέρασε τα σκυλιά και το γύπα, πέρασε
ένα ποταμάκι, αφού πρώτα έσκυψε και ήπιε νερό, όπως κάνουμε κι εμείς σήμερα,
πέρασε έναν αμμόλοφο  και να σου μπροστά του τα καράβια, τα μαύρα πισσαρισμένα
καράβια, τραβηγμένα πάνω στην άμμο κι ανάμεσά τους καλύβια, καλύβια σαν κι αυτό
που έφτιαξε το μικρό γουρουνάκι και στα δεξιά του, πέρα μακριά, το κάστρο
της Τροίας. Φυσούσε βοριαδάκι, δεν ήταν δυνατό, ήταν δυνατό τόσο όσο χρειάζονταν
για να φέρει στη μύτη του Χρύση μια σκατίλα, μα μια σκατίλα, μια μπόχα, μια βρόμα,
σκατίλα ανάκατη με μυρωδιά ψοφιμιών, μια σκατίλα που σε κάνει να φανταστείς,
να δεις πριν να δεις, όπως τότε, καμαροτάκι, στα ανοιχτά της Βομβάης, όταν την είδε
πριν την δει, όταν το αεράκι από τη στεριά του έφερε στη μύτη τη σκατίλα της Βομβάης,
όταν είδε τις γυναίκες στα πεζοδρόμια με το ένα χέρι να καθαρίζουν στα σκατά
των μωρών και με το άλλο να τα ταΐζουν, σκατίλα από ξεραμένα σκατά, από μπαγιάτικα
σκατά, από φρέσκα σκατά, από ολόφρεσκα σκατά, αχαϊκά σκατά, ηρωικά σκατά,
ηρωικόσκατα, σκατά παλικαριών από την Αχαΐα, σκατά αγώνα, του αγώνα που
κάμαν ενωμένα τα παλικάρια της Αχαΐας, ενός αγώνα δίκαιου και παρ’ όλα αυτά αγώνα,
κι έφτασε στη χέστρα του αγώνα, κι ήταν όπως το είχε δει, στρέμματα ολόκληρα,
σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατοναρκοπέδιο που έπρεπε να το διαβεί, να κι ένας Αχαιός
πολεμιστής που προσπαθεί να καθαρίσει την κωλοτρυπίδα του με βότσαλα, να ένας
άλλος με φύλα μουριάς, να ένας άλλος που ζορίζεται, δυο φεύγουν, τρεις έρχονται,
άλλοι δυο ψάχνουν να βρουν άχεστη γη να χέσουν, πρέπει να περάσει, στις μύτες
των ποδιών, όχι εκεί, μη πατάς εκεί, πάτα εκεί, δεν πειράζει, είναι ξεραμένα, ένα
σύννεφο μύγες έπεσε πάνω του, πρόσεχε, μύγες πάνω σε σκατά, είναι σημερινά,
τσιρλιό, καφετί υδαρές τσιρλιό, τις έδιωξε με το χέρι μα οι μύγες έφυγαν και ξανάρθαν,
τόσες μύγες δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του. Έφτασε στο πρώτο καράβι, έφτασε
στα πρώτα καλύβια, καλύβια από κλαδιά δέντρων και άχυρο, προστασία για τη
κάψα και τις μπόρες του καλοκαιριού, η σκατίλα παραχώρησε τη θέση της
στην κατουρλίλα, ο αέρας μύριζε κάτουρο, ένα παλικαράκι, χλωμό, αδύνατο,
βγήκε από το καλύβι του, κατούρησε και ξαναμπήκε μέσα, γη ποτισμένη με
κάτουρα, κάτουρα υγιών, κάτουρα  μεθυσμένων, κάτουρα βαριεστημένων,
κάτουρα και σκατά ασθενών, τραυματιών και ετοιμοθάνατων, χώμα
ποτισμένο με ούρα, ασβέστιο ποτισμένο με ούρα, πυρίτιο, λίθιο, αργίλιο, ουράνιο,
πυρήνες καδμίου ποτισμένοι με ούρα, ηλεκτρόνια χαλκού ποτισμένα με ούρα,
σκουλήκια ποτισμένα με ούρα, κύτταρα, πυρήνες κυττάρων, μεμβράνες, μιτοχόνδρια,
ούρα που θα μείνουν στη γη στους αιώνες των αιώνων. — Πχιος ίσι σι; άκουσε
μια φωνή να τον ρωτάει πισώπλατα. Σταμάτησε, γύρισε, κοίταξε το παλικαράκι
από την Αχαΐα, κόκαλο και πέτσα, το στόμα του έζεχνε, πέντε βήματα μακριά,
έζεχνε πείνα, πύο και  παράνοια, ένας άλλος σταμάτησε να κόβει ξύλα με το τσεκούρι,
πρόβατα άκουσε να βελάζουν, άκουσε κάποιον να παρακαλάει να πεθάνει,
φώναζε τη μάνα του, μάνα, που ίσι μάνα, που ίσι μανούλαμ, τι ίθιλα κ’ ίρθα,
θέλου να πιθάνου, θέλου να πιθάνου, βοήθα μ΄ να πιθάνου, άκουσε χριστοπαναγίες
και γαμοσταυρίδια, άκουσε έναν να προτρέπει κάποιον άλλον να πάει να γαμηθεί,
εσύ να πας γαμηθείς, μουνόπανο, άντε ρε και γαμήσου, και συ που γαμήθηκες
τι κατάλαβες, θα σε ξεκοιλιάσω μωρή πουστάρα, κοντοστάθηκε, ο οίκτος άργησε
να δώσει την άδεια στον εγκέφαλο να κάνει τις απαραίτητες συνάψεις — Είμαι ο Χρύσης,
απεσταλμένος της Ομοσπονδίας των Κοινοτήτων της Ίδης. Το κόκαλο και πέτσα
κοίταξε τον ξυλοκόφτη ήρωα, ζητούσε βοήθεια να καταλάβει, μα ο ξυλοκόφτης
ήρωας σήκωσε τους  ώμους του και συνέχισε να κόβει ξύλα. — Τι θελτς;
— Θα ήθελα να δω τον Αγαμέμνονα. Έχω ένα μήνυμα γι αυτόν.
—Τράβα όλου ίσια κι λίγου πιο πέρα ίνι ένα τρανό καλύβ’. Αυτουνού ίνι.

tsantiliada

Ήταν πιο μεγάλο από τ’ άλλα. Ένα μικρό μαντρί στα δεξιά, καθώς το έβλεπες.
Καμιά δεκαριά πρόβατα, πεντέξι γίδες, τρία γουρουνόπουλα και δυο γελάδια,
κόκαλο και πέτσα, έκαναν πως βοσκούσαν, με σκυμμένο το κεφάλι έψαχναν
να βρουν κάτι να φάνε μα η γη μόνο κοπριές είχε να τα δώσει. Κοντοστάθηκε,
κοίταξε τριγύρω του, να μπει, να μη μπει, τότε την είδε. Πέρασε μπροστά από την είσοδο,
είσοδο χωρίς πόρτα, χωρίς να κοιτάξει έξω, την είδε, αυτή ήταν, το κατάλαβε από
το σφίξιμο στο στομάχι και από το βούρκωμα των ματιών, αχ, να μη μεγάλωνε,
να έμενε πέντε χρονών, να χόρευαν ένα χορό αιώνιο στη πλατεία του χωριού,
να αγκαλιάζονταν μια αιώνια σφιχτή αγκαλιά, να έπαιζαν ένα αιώνιο κρυφτό
στην αυλή, να τραγουδούσαν μαζί σε έναν αιώνιο τρύγο με φωνές παιδικές,
με κλάματα μωρών που ήθελαν να βυζάξουν, με τραγούδια ερωτευμένων κοριτσιών
κι αγοριών, να κοιμόντουσαν μαζί μια αιώνια χειμωνιάτικη νύχτα κάτω από
τα σκεπάσματα που είχαν πλύνει στο ποτάμι, να σταματούσε ο χρόνος όταν
έτρεξε να τον αγκαλιάσει, τότε που έλειψε μέρες και νύχτες πολλές, αυτή ήταν,
προχώρησε και φώναξε «Αγαμέμνων, Αγαμέμνων», κρύβοντας τον πόνο του,
κρύβοντας τη θλίψη του, κρύβοντας τη ταραχή του, κρύβοντας τη προσμονή του.
Ένα παλικαράκι πρόβαλε στη είσοδο, υπηρέτης θα ήταν, και πίσω από αυτόν
είδε το πρόσωπο και τα μάτια που έψαχναν τα τον δουν, μάτια που φώναζαν
«πονάω, πονάω μπαμπά, που είσαι μπαμπά, που είσαι μπαμπά, δεν μπορώ άλλο,
δεν αντέχω, πάρε με από δω, μου λείπεις μπαμπά», ο υπηρέτης γύρισε πίσω,
«πάνι μέσα μη σι γαμήσου του μουνί που σ’ έκανι», είπε, και τον ρώτησε:
— Τι χαλέβς; Ο Χρύσης απάντησε χωρίς να καταλάβει. —Τον Αγαμέμνονα .
—Δε ‘νι ιδώ. — Θα αργήσει να έρθει; — Ίνι στου καλύβ’  τ’ Μινέλι.
— Πού είναι; — Τράβα σιαπέρα κι ρώτα.
Ο Χρύσης τράβηξε σιαπέρα, είδε τρεις άνδρες να σφάζουν ένα αρνί, είδε ένα σκυλί
να μασάει ένα κομμάτι δέρμα, άκουσε γάιδαρο να γκαρίζει, άκουσε κλάμα γυναίκας,
άκουσε κλάμα κοπέλας, άκουσε κλάμα κοριτσιού, είδε τέσσερις πολεμιστές Αχαιούς
να παίζουν ζάρια, πήρε το μάτι του κάποιον να τον παίζει στο βάθος της σκηνής,
σε μια άλλη κοιμόντουσαν δυο πολεμιστές, ο ένας κοντά στον άλλον, κολλητά,
ήταν ομοκόλλητοι, αυτοκόλλητοι, ήταν παλικάρια του fair play, ένα μουλάρι δεμένο
σ’  ένα παλούκι, ένα παλικαράκι ακόνιζε με μια πέτρα γκριζοπράσινη μια μπρούντζινη
ανδροφόνα αιχμή δόρατος, έφτασε σε μια καλύβα με μαντρί, στο φράχτη του
ριγμένα παλιόταμαρα, προβιές, γιδίσια, γουρουνίσια, γουρούνια έσκαβαν το χώμα
αλλά τα σκουλήκια είχαν τελειώσει προ πολλών ημερών, πρόβατα και γίδια
παρακολουθούσαν τα γουρούνια, αιγοπρόβατα-θεατές, ένα κούτσουρο με τις τομές
του τσεκουριού εμφανείς, ένα κούτσουρο πασαλειμμένο με ξεραμένα αίματα,
ένας κουτσουροβωμός, όπου μαντρί και ηγετικό καλύβι, όπου ηγετικό καλύβι
και μαντρί, όπου μαντρί και ήρωας, όπου ήρωας και μαντρί, στάθηκε στην είσοδο,
άκουσε άνδρες να μαλώνουν, κοντοστάθηκε, φοβήθηκε, άκουσε γέλια και μετά
πάλι άνδρες να μαλώνουν, και μετά πάλι γέλια και μετά πάλι άνδρες να μαλώνουν,
δεν μάλωναν, συζητούσαν, μιλούσαν σαν να μάλωναν, δεν ξεχώριζες την ομιλία
από το μάλωμα, η διάκριση είχε λησμονηθεί, ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες χρόνια πριν,
κάθε λέξη και μάλωμα, κάθε λέξη και τιμωρία, κάθε λέξη και επίθεση, κάθε επίθετο
και επίθεση, κάθε λέξη και τραύμα, κάθε επίθετο και τραύμα, η γλώσσα όργανο
βασανιστηρίου, κληρονόμος του πολεμιστή ο ρήτορας, εγγονός του πολεμιστή
ο πολιτικός, εγγονός του πολεμιστή ο έμπορος. Εμφανίστηκε στην είσοδο ένας νεαρός,
λυγερός, καλοταϊσμένος, με πιασίματα, «ποιος είσαι εσύ», ρώτησε κι ο Χρύσης,
θα ήθελα να δω τον Αγαμέμνονα, έχω ένα μήνυμα γι αυτόν, απάντησε, ο νεαρός
υπασπιστής, ας τον αποκαλέσουμε υπασπιστή τον νεαρό θεράποντα, χάθηκε στο καλύβι,
εμφανίστηκε μαζί με έναν άλλον, κοντό, γεροδεμένο, με μικρά μάτια, μια γάτα,
μια αλεπού, ένα μαϊμούνι και μισό, ένα ηρωικό μαϊμούνι, ένα πολύτροπο μαϊμούνι,
βρόμαγε πονηριά κι απάτη από δέκα βήματα μακριά, τα κύτταρα όλα βουτηγμένα
στο ψέμα και στη μπαμπεσιά, ταλαίπωρος τετραπέρατος, ταλαίπωρος εφταπέρατος,
ταλαίπωρος δεκαπέρατος, χαμένο κορμί, βασανισμένο κορμί, κοίταξε τον Χρύση
και χάθηκε στη σκηνή, ο υπασπιστής έκανε νόημα να περάσει, ο Χρύσης πέρασε,
πέρασε, πέρασε σε άλλον κόσμο, στο κόσμο των ηρώων, στο κόσμο των πολεμιστών.
Πέντε άνδρες κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι, ίσα που χωρούσαν στο καλύβι,
στο βάθος δυο κοπέλες καθισμένες πάνω σε προβιές, μελανιές στους μηρούς,
μελανιές στο λαιμό, δαγκωμένα χείλη, χείλη με πληγές από δαγκωματιές,
μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια, βλέμμα του Κάτω Κόσμου, βλέμμα του τρόμου,
βλέμμα της απόγνωσης, βλέμμα της δυστυχίας, βλέμμα της ανημπόριας, πέντε άνδρες
έτρωγαν κρέας, δάχτυλα βουτηγμένα στο λίπος, δάχτυλα λιπαρά, δάχτυλα λαμπρά,
λίπος λαμπρό, λίπος που χαρίζει ενέργεια και δύναμη, λιπαρά δάχτυλα ηρωικά,
δάχτυλα ηρωικά βουτηγμένα στο λίπος, ήρωας λιπαροί, ήρωας λαμπροί, ήρωες
ένδοξοι, κούπες πασαλειμμένες με λίπος, τα γένια γεμάτα λίπος και κόκκινο κρασί,
λημνιώτικο, θρακιώτικο, ένας ψηλός, γεροδεμένος, σαν φράχτης ψηλός,
σα πύργος γεροδεμένος, βλοσυρώπις, αφελής, καθάριζε το κρέας από ένα τεράστιο
κόκαλο, ρέψιμο, «ποιος είσαι εσύ», τον ρώτησε ένας ψηλός, σαραντάρης,
με καθαρό χιτώνα, γένια να στάζουν κρασί. — Είμαι ο Χρύσης, απεσταλμένος
της Ομοσπονδίας των Κοινοτήτων της Ίδης. Και σιώπησε. Όρθιος. Ακίνητος.
Κουρασμένος. Τσακισμένος. Θλιμμένος. Οι πέντε κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
— Τι θέλεις; τον ρώτησε ο ίδιος ήρωας. — Μεταφέρω μήνυμα στον Αγαμέμνονα.
— Εγώ είμαι ο Αγαμέμνονας. Σε ακούω. — Είμαι σταλμένος από το Συμβούλιο
των Εκπροσώπων των Κοινοτήτων της Ίδης, το οποίο μου ζήτησε να επαναλάβω
ακριβώς, χωρίς να σχολιάσω, χωρίς να αφαιρέσω ή να προσθέσω το ο,τιδήποτε
σε αυτά που μου ανάθεσαν να πω. Λέγε. Προχτές το βράδυ συνεδρίασε το Συμβούλιο
και επεξεργάστηκε τις αποφάσεις των Συνελεύσεων των Κοινοτήτων και κατέληξαν
στην ομόφωνη απόφαση να απελευθερώσουν τις έξι κοπέλες που αρπάξατε
τις τελευταίες μέρες από τα χωριά. Σκέφτηκαν ότι η απελευθέρωση πρέπει ν
α γίνει αναίμακτα. Έτσι, με στέλνουν να ζητήσω την απελευθέρωσή τους.
Εάν δεν τις απελευθερώσετε, θα έρθουν και θα πολιορκήσουν το στρατόπεδό σας
για να σας αναγκάσουν να κάνετε αυτό που θα ήταν καλό να γίνει χωρίς να γίνει
απολύτως τίποτα γιατί εμείς είμαστε πιο ισχυροί. Επιθυμούμε να νικήσουμε χωρίς
να πολεμήσουμε. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, θα πολεμήσουμε. Εάν πολεμήσουμε,
εάν θέλετε να πολεμήσουμε, πρώτα θα νικήσουμε και μετά θα πολεμήσουμε.
Αυτό σημαίνει ότι έχετε ήδη ηττηθεί. —Θα μας κλάσετε τ’ αρχίδια, μουνόπανα,
ούρλιαξε το κρασί μέσω του στόματος του Αγαμέμνονα, και το θολωμένο το μυαλό
ούρλιαξε, και ο οχετός της οργής, και η σκοτεινή άβυσσος της αθέατης μα πανταχού
παρούσας ένδειας —Ξέρεις τι μου ζητάς, ρε μουνί; Ο Χρύσης δεν απάντησε.
Ο Αγαμέμνονας επανέλαβε ουρλιάζοντας πιο δυνατά —Ξέρεις τι μου ζητάς;
Ο Χρύσης απάντησε. —Ξέρω τι σου ζητάω. —Τι μου ζητάς; —Σου ζητάω να δώσεις
πίσω αυτό που άρπαξες, σου ζητάω να χάσεις τη λεία σου, σου ζητάω να χάσεις
αυτό που εξασφαλίζει την επιβίωσή σου, τη ζωή σου, την ισχύ σου, τον πλούτο σου,
τη φήμη σου, τον ανδρισμό σου, τον ηρωισμό σου, το γόητρό σου, την υπόληψή σου,
τη κοινωνική σου θέση. Πρόκειται περί θανάσιμης προσβολής.

tsantiliada

Αυτά είπε ο Χρύσης και σιώπησε. Ο Αγαμέμνονας τον κοίταξε στα μάτια, για να
τον εκφοβίσει, ήταν μάστορας του εκφοβισμού, ήξερε πολύ καλά ότι στον πόλεμο
οι πρώτοι ηττημένοι είναι τα μάτια, τον κοίταξε στα μάτια, έκανε το βλέμμα βλήμα,
εκηβόλο βλέμμα, τηλέμαχο βλέμμα, έκανε το βλέμμα ξίφος, φάσγανο, σφάγανο,
δόρυ φαεινό, έκανε το βλέμμα σα τα μούτρα του, τα μούτρα του πύραυλος
εδάφους-εδάφους, δεν μπορείς να νικήσεις, δεν μπορείς να σκοτώσεις, δεν μπορείς
να υποτάξεις εάν δεν εκφοβίσεις, εάν δεν τρομοκρατήσεις τον άλλον, τον κοίταξε
στα μάτια ο σοβαρός, ο δεινός, ο φοβερός, ο τρομερός πολεμιστής Αγαμέμνονας·
ξέρετε τι έκανε ο Χρύσης; Χαμογέλασε! Χαμογέλασε. Χαμόγελα. Χαμογελά.
Χαμογέλα. Το χαμόγελο μπήχτηκε στη καρδιά του Αγαμέμνονα και του ΄κοψε
τα ήπατα. Του έκοψε τη γλώσσα. Του έκοψε τη μαγκιά. Του ‘φυγε ο τσαμπουκάς.
Αλλά ξανάρθε. Ο Αγαμέμνονας ήταν ήρωας μ’ αρχίδια, δε μασούσε. Δε κώλωνε.
Όχι, δε κώλωνε. Άμα τον έπαιρνε, δεν κώλωνε. Άλλο άμα δεν τον έπαιρνε.
Και είπε: — Χάσου από μπροστά μου! Εξαφανίσου! Τώρα αμέσως! Μη σε ξαναδώ
μπροστά μου, δε τη βγάλεις καθαρή. Τις κοπέλες δεν θα τις απελευθερώσουμε
το Θεό μπάρμπα να ΄χεις. Θα τις γαμάμε, θα μας μαγειρεύουν, θα μας πλένουν
κι όταν φύγουμε θα τις πάρουμε μαζί μας, θα τις παλουκώσουμε στον αργαλειό
να περάσουν τη ζωή τους υφαίνοντας. Κοπάνα την, πριν πάρω ανάποδες και δεις
τι χρώμα  έχουν τ΄ άντερά σου. Δρόμο! Μουνί!
Θα έφευγε ο Χρύσης, εάν δεν άκουγε τον Πολύτροπο να λέει: «— Φέρτε ένα
κάθισμα να κάτσει ο γέρος. Έμεινε κάνα κοψίδι; Βάλτε του να φάει, φέρτε του
κρασί, κάτσε γέρο, φαίνεσαι κουρασμένος». Το τσιράκι, ο θεράπων, έφερε ένα
κούτσουρο και ο Χρύσης κάθισε. Κρέας δεν είχε μείνει, το ψωμί είχε τελειώσει,
κρασί δεν έπινε νηστικός, ήπιε νερό. Ποτέ μη πίνεις κρασί με αυτόν που κλέβει
και αρπάζει, του έλεγε ο παππούς του. Ποτέ! Τέτοια λόγια δεν ξεχνιούνται.
Δυο πράγματα δε θα κάνεις στη ζωή σου, του είχε πει ο πατέρας του, δε θα
σκοτώσεις και δε θα ρουφιανέψεις, ο άνθρωπος πεθαίνει ή χαρούμενος ή λυπημένος,
δεν τα ξεχνάει ο Χρύσης, φέρτε μια κούπα με κρασί, επέμενε ομ Πολύτροπος.
Θα προτιμούσα νερό. Βρε πιες ένα ποτήρι κρασί! επέμενε το πολύτροπο μαϊμούνι.

tsantiliada

Ο Χρύσης σηκώθηκε να φύγει. Η φυγή είναι η πιο αποτελεσματικός τρόπος πολέμου.
Η φυγή είναι πάλη, η πάλη δεν είναι φυγή, η φυγή είναι απουσία, η απουσία είναι
ο φόβος και ο τρόμος του ήρωα, η πάλη είναι το οξυγόνο του ήρωα, stasis is  death,
απουσία  is death, φυγή is death, ο θάνατος είναι απουσία, είναι φυγή, ο ήρωας
δεν μπορεί την απουσία και τον θάνατο, ήττα is death, ο θάνατος είναι ήττα,
η απουσία είναι ήττα, η φυγή είναι ήττα, το πολύτροπο μαϊμούνι εάν ήθελε να
νικήσει έπρεπε να υποχωρήσει, έπρεπε να αποδεχτεί την επιθυμία του Χρύση,
έπρεπε να συμβιβαστεί για να μην ηττηθεί, για να επανέλθει δριμύτερο, για να
εξαλείψει από προσώπου γης τον συμβιβασμό, την προσωρινή αποδοχή της ήττας,
ο ήρωας δεν ξεχνά την προσωρινή ήττα, δεν ξεχνά την υποχώρηση, δεν ξεχνά
την ταπείνωση, ο ήρωας δεν λησμονά, ο ήρωας είναι αληθής, ο ήρωας επιθυμεί,
λατρεύει την αλήθεια. Εντάξει, εντάξει, δε θα σε βάλουμε να πιεις και με το ζόρι,
δεν είμαστε Κρητικοί, είπε πολύτροπο μαϊμούνι και ο Χρύσης κάθισε. Για πες μας,
σε παρακαλώ, τι εννοείς όταν λες είμαστε πιο ισχυροί. Ο Χρύσης περίμενε αυτή
την ερώτηση από χτες το βράδυ, μόλις ξάπλωσε να κοιμηθεί. Διάβασε μερικές
σελίδες του Δον Κιχώτη, έσβησε το λυχνάρι και άκουσε κάποιον να ρωτάει:
«τι εννοείς όταν λες είμαστε πιο ισχυροί;» Το νερό ήταν βρόμικο, δεν ήπιε.
Θα έπινε  πάρ ποταμόν κελάδοντα παρά ροδανόν δονακήα, άντεχε, θα έφευγε
σε λίγο, το ένιωθε. Κοίταξε τους ήρωες χωρίς να τους κοιτάξει και είπε:
— Εάν λέγατε στους στρατιώτες σας όποιος θέλει, ας σηκωθεί να φύγει,
θα μένατε εδώ πέρα εσείς οι πέντε. Εμείς την παρακάτω ερώτηση δεν θα
την κάνουμε: όποιος κι όποια θέλει, ας έρθει να πάμε να απελευθερώσουμε
τις κόρες μας, τις αδελφές μας, τις γυναίκες μας, τις κουνιάδες μας, τις νύφες μας,
τις ανεψιές μας, τις εγγονές μας, τις φίλες μας. Όχι, ποτέ. Είναι αδιανόητο για μας.
Θα έρθουμε και θα αποκλείσουμε το λημέρι σας. Θα σας αφήσουμε μια έξοδο
διαφυγής: τον απόπλου. Δεν θέλουμε να σας σκοτώσουμε, δεν μας αρέσει
να σκοτώνουμε. Προτιμάμε να σας βγάζουμε εκτός πολέμου, να σας τραυματίζουμε,
να σας αναγκάζουμε να φύγετε, να σας διώχνουμε, πόλεμος για μας σημαίνει εκδίωξη.
Φύγετε και πάτε όπου θέλετε. Να πάτε στο Φεγγάρι, να πάτε στον Άρη, και μια μέρα
θα πάτε, είμαστε βέβαιοι γι αυτό, και μακάρι να πάτε να μας αφήσετε ήσυχους.
Θα αποκλείσουμε το λημέρι μετά από τρεις μέρες. Μέσα σε αυτές τις μέρες
εφοδιαστείτε με τρόφίμα και νερό, με ξύλα για το μαγείρεμα, με ό,τι χρειάζεστε.
Μετά τον αποκλεισμό δεν θα μπορέσετε να βρείτε τίποτα από όλα αυτά.
Όποιο καράβι θα  επιχειρήσει να αποπλεύσει για να σας εφοδιάσει με τρόφιμα
και νερό, θα καίγεται. Θα χέζετε μέσα στο λημέρι, όχι απέξω. Μετά από εννιά μέρες
αποκλεισμού, θα αρχίσουμε να σκοτώσουμε τα μουλάρια σας, με τα οποία μεταφέρετε
τρόφιμα, νερό και ξύλα. Εάν δεν υποχωρήσετε, μετά από τρεις μέρες θα αρχίσουμε
να ρίχνουμε και εναντίον των πολεμιστών. Μόλις περάσουν άλλες εννιά μέρες,
θα αρχίσουμε να καίμε τα καράβια σας. Γνωρίζετε πολύ καλά πως θα μπορέσουμε
να τα πραγματοποιήσουμε όλα αυτά. Δεν είμαστε απλά περισσότεροι, δεν είναι ότι θέλουμε
όλοι και όλες, από τα μικρά παιδιά μέχρι τους γέρους,  να συμμετάσχουμε στην
απελευθέρωση των θυγατέρων μας, είμαστε ισχυρότεροι στο πεδίο της μάχης.
Το ισχυρότερο όπλο σας είναι το δόρυ και το ξίφος. Θέλετε να πολεμάτε από κοντά
για να εξοντώνετε. Η πρακτική αυτή έχει τα πλεονεκτήματά της: το ξίφος
παρουσιάζει αποδοτικότητα,  επαναληπτικότητα  και ευστοχία αλλά έχει κι ένα
βασικό μειονέκτημα: διατρέχετε τον κίνδυνο να υποστείτε αυτό που πάτε να
επιβάλλετε, δηλαδή να πάτε για μαλλί και να φύγετε κουρεμένοι, όπως συνηθίζετε
να λέτε. Για να αποφύγετε αυτή την παράλογη συνέπεια, εννοώ τον θάνατο,
την ήττα, πολεμάτε κι από μακριά. Αλλά κι αυτή η πρακτική έχει τα μειονεκτήματά της:
το βεληνεκές του δόρατός σας δεν ξεπερνάει τα είκοσι μέτρα. Είναι μεγάλο
και βαρύ. Κρατάτε δυο στα χέρια. Εάν αποτύχετε και με τα δύο, καταφεύγετε
στο ξίφος. Εάν δεν έχετε ξίφος, περιέρχεστε στην κατάσταση του άοπλου.
Εμείς δεν επιδιώκουμε την εξόντωση αλλά την εκδίωξή μέσω του τραυματισμού.
Αυτό που θέλουμε καταρχήν είναι να μην πεθάνουμε. Γι αυτό και επιδιώκουμε
να πολεμάμε από μακριά, όσο πιο μακριά τόσο καλύτερα. Το βεληνεκές του
δικού μας όπλου είναι 120 μέτρα. Στα εξήντα μέτρα, το βέλος του νέου μας
σύνθετου τόξου, μια καταπληκτική επινόηση, αποτέλεσμα της συνεργασίας
ξυλουργών και οπλουργών, διαπερνάει έναν ήρωα όπως η οδοντογλυφίδα
το μεζέ του ούζου. Το τόξο αυτό μπορούν να το χρησιμοποιήσουν άνδρες και
γυναίκες και υπολογίζουμε ότι θα είμαστε πάνω από δέκα χιλιάδες. Υπολογίζουμε
ότι εσείς δεν είστε πάνω από δυο χιλιάδες κι από αυτούς μόνο το ένα τρίτο έχει
όπλα – οι άλλοι είναι υπηρετικό προσωπικό. Θα έρθουμε να πολεμήσουμε
τραγουδώντας και χορεύοντας. Για μας ο πόλεμος είναι χορός, δεν θέλουμε να
πεθάνουμε, δεν θέλουμε να σκοτώσουμε, αλλά εάν χρειαστεί δεν έχουμε κανέναν
απολύτως ενδοιασμό και επιφύλαξη. Η χαρά της ζωής μας κάνει αμείλικτους,
αδυσώπητους. Θα ακούτε τα τραγούδια μας και θα βλέπετε τους χορούς μας.
Ο τρόπος που πολεμάμε έχει ενσωματωθεί στα τραγούδια μας και όταν θέλουμε
να διδάξουμε στα παιδιά μας τη τέχνη του πολέμου τους μαθαίνουμε πρώτα
να χορεύουν. Εσείς θέλετε να πολεμάτε λίγοι και να χορεύετε λίγοι – βλέπουμε
ποιος χορεύει στο τσάμικο. Έχουμε μελετήσει το τσάμικο και έχουμε καταλήξει
στο συμπέρασμα ότι μια μέρα θα πολεμάτε με μη επανδρωμένα πολεμικά αεροσκάφη.
Η κρυφή επιθυμία σας είναι να πολεμούν όσο γίνετε λιγότεροι: δεν πεθαίνετε
και η λεία που σας αναλογεί είναι πολύ περισσότερη. Εμείς θέλουμε να πολεμάμε
όσο γίνεται περισσότεροι. Στο δικό μας τον πόλεμο συμμετέχουν και παιδιά
και μωρά και έγκυες γυναίκες και έμβρυα και ασθενείς και γέροι και νεκροί.
Όλοι και όλες στον πόλεμο, δεν κάνουμε διάκριση μεταξύ επιθετικών και αμυντικών,
όλοι στην επίθεση, όλοι στην άμυνα, όλοι μπροστά, όλοι πίσω, πολεμάμε σα
να χορεύουμε ζωναράδικο, ο Άγιαξ χόρευε ζωναράδικο, οι αντάρτες του Τσε
χόρευαν ζωναράδικο, είμαστε ο Άγιαξ, είμαστε ο Τσε, είμαστε το παρελθόν,
το παρόν, το μέλλον. Θα τα ξαναπούμε μόλις περάσουν τρεις μέρες.

tsantiliada

Αυτά είπε ο Χρύσης. Δεν ήπιε νερό. Σηκώθηκε να φύγει. Η Αυγή γύριζε στο σπίτι της
ξεθεωμένη μετά την ολοήμερη ταλαιπωρία, της ήρθαν και τα ρούχα – κάθε μέρα
τα ίδια και τα ίδια, ούτε υπάλληλος σε φαστφουντάδικο να ήταν. Βγήκε έξω
να ανασάνει καθαρό αέρα- το καλύβι βρομοκοπούσε σαν αθηναϊκός πορνοσινεμάς,
ιδρωτίλα, ποδαρίλα, χύσια, κάτουρα, ξερατά, ξινισμένο  κρασί, κρεατίλα, ποντικίλα.
Ναι, έξω ήταν καλύτερα. Ένα μεγάλο ολόγιομο φεγγάρι πρόβαλε από τη ράχη
της Ίδης. Πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Ίσως να έβλεπε τη κόρη του, μα προτίμησε
να αποφύγει τον χεστρώνα του λημεριού. Τη κόρη του θα την έβλεπε σε λίγες μέρες,
σε εννιά. Το νερό της θάλασσας ήταν κρύο, τα νερά του Ελλησπόντου είναι κρύα,
η βραδιά ζεστή, ήξερε που θα κοιμηθεί, πήρε το δρόμο της επιστροφής, γιαλό γιαλό,
με το καλό.
Το πρωί της τέταρτης μέρας, χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια,
έφηβοι και έφηβες, νέοι και νέες, γέροι και γριές κύκλωσαν το λημέρι των Αχαιών
ηρώων. Χιλιάδες τα τόξα και τα βέλη, βέλη που έφτιαξαν αγόρια και κορίτσια,
έδεσαν τις μπρούτζινες αιχμές πάνω στο ξύλο, γριές έφτιαξαν δηλητήρια, δηλητήρια
που προκαλούν ύπνο, δηλητήρια που προκαλούν μούδιασμα, φαγούρα, ανεπούλωτες
πληγές, σηψαιμία, θάνατο, δηλητήρια υπνοφόρα, δηλητήρια κνισμοφόρα,
θανατοφόρα, δηλητήρια θανατηφόρα, έφτιαξαν αντίσκηνα για τον ήλιο, κάποιος
ήρωας πήγε να χέσει, επέστρεψε με ένα υπνοφόρο βέλος καρφωμένο στο δεξί
του κωλομέρι,  μια ομάδα χαλκοχιτώνων Αχαιών  αποπειράθηκε να επιτεθεί,
επέστρεψε πανικόβλητη, πέντε από αυτούς με βέλος καρφωμένο στη φτέρνα,
πέρασαν βδομάδες για να μπορέσουν να περπατήσουν και πάλι, το απόγευμα
έφεραν καρπούζια και πεπόνια, ξινόγαλο δροσερό, άναψαν φωτιά να ψήσουν καλαμπόκια,
το φεγγάρι άκουσε το τραγούδι τους και βιάστηκε να σηκωθεί να δει το χορό τους
σ΄ αυτό τ΄ αλώνι, Ελένη μου,
σ΄ αυτό τ΄ αλώνι το φαρδύ,
σ’ αυτό τ΄ αλώνι το φαρδύ,
τρανός χορός που γένιτι
τρανός χορός που γένιτι,
σ΄ αυτό τ’  αλώνι το φαρδύ
Εννιά μέρες πέρασαν. Τη δέκατη, τρία σκυλιά ηρώων, τρία ηρωικά σκυλιά,
βγήκαν για τη καθημερινή τους ληστρική επιδρομή στα κοντινά χωριά – κάποιο πρόβατο
θα έβρισκαν, κάποιο γέρικο γαϊδούρι, κάποια κουτσή αργοπορημένη κατσίκα.
Έφαγαν βέλη, θανατηφόρα, ταχείας επίδρασης, κιχ δεν πρόλαβαν να βγάλουν.
Ένα μουλάρι έμελλε να μη ξαναδεί το φως του ήλιου, έμελλε να βλέπει τα ραδίκια ανάποδα.
Κάποιοι Αχαιοί πολεμιστές σκέφτηκαν να το φάνε, το μετάνιωσαν. Το απόγευμα,
όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, όσοι μπορούσαν να φάνε ποντίκια,
μαζεύτηκαν έξω από το καλύβι του αρχιβοσκού, του αρχιτσέλιγκα, του αρχιμανδρίτη,
του αρχιποιμενάρχη, κοπάδι στρατιωτών, άρχισε να βελάζει, να διαμαρτύρεται,
να διατυπώνει αιτήματα, να φωνάζει, να ουρλιάζει, ακούστηκαν συνθήματα,
«θέλουμε να χέσουμε έξω απ’ το λημέρι, θέλουμε να χέσουμε έξω απ’ το λημέρι»,
«ψωμί, νερό, μουνί στο πιάτο», «θέλουμε να φύγουμε, θέλουμε να φύγουμε»,
«οι λαοί δεν ξεχνούν τι σημαίνει ηρωισμός, οι λαοί δε ξεχνούν τι σημαίνει ηρωισμός»,
και ο δίκαιος αυτός αγώνας στέφθηκε με επιτυχία: στη είσοδο της σκηνής εμφανίστηκε
ο Πολύτροπος. Σήκωσε τα χέρια του και είπε:
—Αδέλφια και σύντροφοι, όλοι στο τόπο της συνέλευσης. Εκεί θα αποφασίσουμε τι θα κάνουμε
—Θα μας κάνουν χοιρινά σουβλάκια, ακούστηκε μια φωνή από το κοπάδι.
— Μην ανησυχείτε, στείλαμε κήρυκες και μας επέτρεψαν να συνεδριάσουμε. Φεύγουμε
όλοι προς τα κει. Ο ανθρωποβοσκός Πολύτροπος χάθηκε μέσα στο καλύβι,
οι πολεμιστές τράβηξαν για τον αγώνα, έτσι αποκαλούσαν το μέρος που συνεδρίαζαν.
Ήταν ένα μεγάλο αλώνι έξω από το λημέρι, εκεί συγκέντρωναν τη λεία των επιδρομών,
εκεί μαζεύονταν για να τη μοιραστούν, εκεί πάντα διαφωνούσαν, εκεί πάντα
συγκρούονταν, εκεί ακούγονταν πάντα γαμοσταυρίδια και χριστοπαναγίες, εκεί
εκστομίζονταν οι πιο βαριές προσβολές, εκεί και οι κούφιες απειλές, εκεί και
οι απατηλές υποσχέσεις, εκεί έβγαιναν πάντα μαχαίρια, εκεί μαζεύτηκαν όλοι,
κάθισαν πάνω στο χώμα, μουρμούριζαν μεταξύ τους, συζητούσαν μεταξύ τους,
περίμεναν τα very important persons, περίμεναν, περίμεναν, σκάνε μύτη, με τα
δόρατα στα χέρια, ζωσμένοι μα ξίφη και μαχαίρια, μόνο ο οπλοφόρος ήρωας μπορεί
να είναι αυθεντικός, η οπλοφορία είναι η μόνη γνήσια αυθεντικότητα, μόνο ο ήρωας
είναι αυθεντία, μόνο ο ήρωας είναι αυθέντης, καμιά εικοσαριά όλοι κι όλοι, τα ζα
τα έσφαξαν όλα, το κρασί το ήπιαν, πείνασαν, αρρώστησαν, άρχισε να μπαίνει
το παλούκι στο κώλο, όπως έλεγε το μαϊμούνι, νερό δεν είχαν, έξω από τα καλύβια
βουνό τα σκατά, έπρεπε να πάρουν αποφάσεις. Κάθισαν απέναντι στο κοπάδι,
σηκώθηκε η βεντέτα του λημεριού, ένα very important person, ένας ήρωας που
μια μέρα μεθυσμένος κοίταξε στον ουρανό και ξεστόμισε το περίφημο Αστέρια,
σας γράφω στ’ αρχίδια μου (Ι defy you, stars!), ο πιο γρήγορος στα πόδια ήρωας,
ξανθός, «κλαμένο μουνί» τον αποκαλούσε το μαϊμούνι, πήρε το σκήπτρο στα χέρια,
σκήπτρο που μόνο χέρια ηρωικά μπορούσαν να κρατήσουν, σκήπτρο που έγινε
ποιμαντική ράβδος και αστυνομικό κλομπ, σκήπτρο που κάποτε ήταν γκλίτσα,
μη ξύνεστε στο σκήπτρο του ήρωα, πήρε στο σκήπτρο στα χέρια, τους είπε εγώ
είμαι βοσκός, κοιτάτε, κρατάω τη γκλίτσα, εσείς είστε λογικά πρόβατα, εγώ είμαι
ανθρωποβοσκός, εσείς είστε πλατωνικά θρέμματα, εάν οργανώσουμε τη κοινωνία
με πρότυπο το μαντρί, εσείς θα υποβιβαστείτε, θα περιέλθετε αναγκαστικά
στην κατάσταση του προβάτου κι έτσι δεν θα ανησυχούμε μήπως μια μέρα
επαναστατήσετε, θα κοιμόμαστε ξέγνοιαστοι, κοιτάξτε αυτό το σκήπτρο που κρατάω,
είναι σύμβολο αήττητης ισχύος, είναι σύμβολο απύθμενου τρόμου, ακατανίκητης
αδυναμίας, διάχυτης παράνοιας, corpus επιθυμιών αύξησης της ισχύος, αυτό
μια μέρα θα γίνει ατομική βόμβα, ο παππούς της ατομικής βόμβας ήταν η γκλίτσα
και το σκήπτρο, ένα από τα χωριά της Ίδης το έλεγαν Χιροσίμα, ένα άλλο Ναγκασάκι,
ένα άλλο Βρέμη, το κράτησε σφιχτά στα χέρια του και είπε:
— Αγαμέμνονα, μου φαίνεται πως θα γυρίσουμε στα σπίτια μας με άδεια χέρια,
αν τη σκαπουλάρουμε ασφαλώς. Ο θάνατος, η πείνα και οι χωριάτες μας έχουν υποτάξει,
είναι πιο ισχυροί από μας. Ξέρεις τι λέω, Αγαμέμνονα; Να ρωτήσουμε κάποιον
σύμβουλό μας, να μας πει, τι να κάνουμε, να την κάνουμε; Δε θα μπορέσουμε
μαζί τους να τα βρούμε; Τι τους κάναμε; Τη μάνα τους γαμήσαμε; Ούτε εσύ, ούτε εγώ,
Αγαμέμνονα,  ούτε κανένας άλλος από μας μπορεί να κατανοήσει τόσο πολύπλοκες
καταστάσεις. Εμείς μόνο θέλουμε, δε σκεφτόμαστε. Θέλω, θέλω, θέλω. Δεν θέλουμε
να βάλουμε κανένα όριο στην επιθυμία μας. Αυτό μας κατάστρεψε τη σκέψη και τη
λογική. Η μόνη μας λογική είναι η επιθυμία, η διαταγή. Το ρήμα θέλω έχει αντικαταστήσει
το ρήμα σκέφτομαι, έχει αντικαταστήσει το ρήμα αποφασίζω. Δεν μπορώ να βουλεύομαι
εάν δεν βούλομαι. Ο βουλευτής είναι βουληφόρος, επιθυμιοφόρος. Έχουμε κοντά μας
άξιους συμβούλους, συμβούλους σπουδαγμένους στα καλύτερα πανεπιστήμια της
Αμερικής και της Αγγλίας, αυτοί γνωρίζουν πως να επινοούμε την πραγματικότητα,
πως η πραγματικότητα να είναι η εκπλήρωση των επιθυμιών μας. Οι άνθρωποι αυτοί,
Αγαμέμνονα, σκέφτονται, εμείς δεν έχουμε χρόνο, τρώμε, πίνουμε, γαμάμε, παίζουμε
ζάρια, πολεμάμε, κοιμόμαστε, που χρόνος και διάθεση για σκέψη. Είναι ντροπή για
έναν ήρωα να σκέφτεται. Έχεις γνωρίσει ποτέ έξυπνο ήρωα; Εγώ ποτέ. Γι αυτό, ας
σηκωθεί από τους συμβούλους ο πιο άξιος, ο Κάλχας, να μας πει, μπορούμε να τα
βρούμε; τι να κάνουμε; να σώσουμε το τομάρι μας και βλέπουμε μετά;
Σηκώθηκε ο σύμβουλος, ο Κάλχας, των ηρώων κολλητός, γνωστός στους στρατιώτες
με τα παρατσούκλια Χάχας και Βλάχας, απόφοιτος του Wall Street School of Bad Arts,
με σπουδές στην Αρπακτική, Εξοντωτική, Καταστροφική, Εκφοβιστική, Τιθασευτική,
Απειλητική, Εξαπατητική, Νοθευτική, Ανθρωποβοσκητική, Προβληματουργική,
καθηγητής της Υποτακτικής και Κυριαρχικής στο Yale, ειδικευμένος στην αντιμετώπιση
των κρίσεων, προερχομένων από την αδυναμία εκπλήρωσης των επιθυμιών ή/και
υλοποίησης των ηρωικών σχεδίων, ειδικευμένος στην χαλιναγώγηση των άμετρων
προσδοκιών, περιζήτητος για την ικανότητά του να κρίνει ποιες επιθυμίες είναι
πραγματοποιήσιμες και ποιες απραγματοποίητες, κοίταξε τον Αχιλλέα και είπε:
— Αχιλλέα, της Ισχύος κολλητέ, της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ, μου ζητάς να προτείνω
μια λύση για τη παρούσα κρίση. Θα σου τη πω, Αχιλλέα, αλλά θέλω να ορκιστείς
πως με λόγια και με έργα θα καθαρίσεις για τη πάρτη μου. Κάποιος θα θυμώσει
πολύ με αυτά που θα πω, κάποιος που είναι, κακά τα ψέματα, Αχιλλέα, πολύ πιο
ισχυρός κι από σένα κι από μένα. Όλοι τον φοβούνται κι όλοι τις διαταγές του εκτελούν.
Ποιος μπορεί να τα βάλει μαζί του, τη φοβερή τσαντίλα του ποιος έχει το κουράγιο
να αντιμετωπίσει; Κι αν αναγκαστεί τόπο να δώσει στην οργή, ποτέ δε ξεχνά την
προσβολή, είναι άνθρωπος της αλήθειας, ποτέ την ήττα δε ξεχνά, μες τα στήθια του
άσβεστη καίει η φλόγα της τσαντίλας και δε σβήνει, εκδίκηση αν δεν πάρει. Μια μέρα,
αργά ή γρήγορα, θα σου τη φέρει. Θα καθαρίσεις για τη πάρτη μου, ναι ή όχι;
— Μη φοβάσαι, Κάλχα, εγώ είμαι εδώ, είπε ορθός το τσαμπούκι ο Αχιλλεύς
και συνέχισε. Όσο είμαι ζωντανός κι  όσο βλέπω της μέρας το φως, χέρι πάνω σου,
Κάλχα,  από όλους αυτούς εδώ κανένας δεν πρόκειται ν’ απλώσει, ακόμα κι αν
υποδείξεις ως υπεύθυνο της κρίσης  τον ίδιο τον Αγαμέμνονα που ισχυρίζεται
πως είναι πιο ισχυρός απ’ όλους.
Κι αφού σιγουρεύτηκε ότι το κεφάλι του θα είναι στη θέση του μετά από όσα
θα πει, ο αμύμων σύν-βουλος Κάλχας μίλησε και είπε:
— Υπεύθυνος για την παρούσα κρίση είναι ο Αγαμέμνονας, αυτός και κανένας
άλλος. Δεν αποφάσισε με γνώμονα το μακροπρόθεσμο συμφέρον όλων μας αλλά
επέμενε να γίνει το δικό του. Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου να το λέω και να το
ξαναλέω αλλά άμα κάποιος είναι ξεροκέφαλος, είναι αγύριστο κεφάλι. Θα το πω
άλλη μια φορά: Η προσήλωση στο ατομικό συμφέρον αποβαίνει πάντα καταστροφικό.
Η διαιώνιση, η αναπαραγωγή και η αύξηση της ισχύος μπορεί να πραγματοποιηθεί
μόνο με την παραίτηση από το προσωπικό συμφέρον, με την αυτοκυριαρχία,
με την αυτοσυγκράτηση, με την ενατένιση του μέλλοντος, με την αποίκιση  του
μέλλοντος, με εθνικά αφηγήματα, με θεμελιακά αφηγηματώδη οράματα, με την
διορατικότητα, με την υπομονή. Εκφράζετε την επιφύλαξη ότι τίθενται όρια
στην επιθυμία και την ελευθερία, από τη στιγμή που για μας το Αγαθό, ο Απώτατος
Σκοπός,  είναι η κατάργηση αυτών των ορίων, η κατάργηση της εξάρτησής μας
από τη Φύση, η πραγματοποίηση της σωματικής αθανασίας, η εκπλήρωση του
πόθου της ολοκληρωτικής εξάλειψης της Ήττας, του παραλογισμού. Συμφωνώ,
αλλά πρέπει να γνωρίζετε ότι μόνο εάν περπατήσουμε την ατραπό του Συμβιβασμού
θα μπορέσουμε να εξαλείψουμε την Ήττα. Εάν δεν θέλετε να χάσετε το κεφάλι σας,
εάν δεν θέλετε να γυρίσουμε με άδεια χέρια στα σπίτια μας, εάν θέλετε να συνεχίσουμε
το πλιάτσικο στη γύρω περιοχή, πρέπει να απελευθερώσουμε τις έξι κοπέλες και να τις
πάμε στα χωριά τους. Εάν το κάνουμε αυτό, οι χωρικοί θα φύγουν και εμείς θα
συνεχίσουμε το ευάρεστο πολιτισμικό μας έργο. Ήρθαμε εδώ πέρα να μάθουμε τους
ανθρώπους να κλέβουν, να καταστρέφουν, να διαχύσουν τον πόλεμο σε όλα
τα κοινωνικά πεδία, σε όλες τις κοινωνικές πρακτικές, διότι αυτή είναι η φύση του
ανθρώπου και όχι η συμβίωση, η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η δημιουργική σύγκρουση,
η κοινοχρησία και η κοινοκτησία,  όπως διατείνονται αυτά τα ανθρωπάκια, αυτές
οι εκφυλισμένες ψυχές των χωρικών.

tsantiliada

Αυτά είπε ο Κάλχας και κάθισε κάτω. Τότε, εκείνη τη στιγμή, το Αστεροσκοπείο
των Αθηνών κατέγραψε σεισμική δόνηση μεγέθους 6, 4 βαθμών της κλίμακας
Ρίχτερ με επίκεντρο τα βορειοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, συγκεκριμένα
στο σημείο όπου είχαν στήσει το λημέρι τους οι Αχαιοί ποιμένες των λαών.
Κανένα από τα λογικά  πρόβατα δεν αμφέβαλε ότι η σεισμική δόνηση προήλθε
από την τσαντίλα του Αγαμέμνονα. Τον έβλεπαν. Τα μάτια του, στόματα δράκοντα,
ξερνούσαν φλόγες, πρόσωπο κατακόκκινο, πρόσωπο αλκοολικού, έτρεμε, έτρεμε,
έτρεμε από νεύρα του, ηφαίστειο τα στήθια του, λάβα έβραζε στα σωθικά, λάβα
που κίνησε να εκσφενδονιστεί από εκεί που πάντα εκσφενδονιζόταν, λάβα πτερόεσσα,
σηκώθηκε, πήρε το σκήπτρο, άρχισε να χτυπάει τη γη, για να πονέσει, να την κάνει
μαύρη στο ξύλο, να τη σακατέψει, χτυπούσε, κι όσο δεν άκουγε παρακαλετά,
ικεσίες και βογκητά τόσο πιο πολύ χτυπούσε κι έλεγε:
—  Γαμώ της μάνας σου το μουνί, πουσταριό. Θα σε γαμήσω ρε καριόλη,
θα σε γαμήσω, θα σου σκίσω το κωλαράκι, γαμημένε άντρα. Μια ζωή μου τα
χώνεις. Τι σου έχω κάνει, ρε μουνόπανο; Γαμημένε! Τέτοιο μουνί εσύ δεν πρόκειται
να γαμήσεις ούτε στον ύπνο σου, παλιομαλάκα. Ωραίο μουνί η Κλυταιμνήστρα αλλά
αυτό που γαμάω τώρα είναι το κάτι άλλο. Ζυγούρι. Βυζάκι σα λεμόνι, μουνί
σα δαχτυλήθρα. Και θέλετε να το δώσουμε πίσω. Εσείς θα γαμάτε τις πιτσιρίκες
που αρπάξατε από τα νησιά κι εμείς οι έξι θα τον παίζουμε. Είστε σοβαροί;
Εσείς θα γαμάτε κι εγώ, ο αρχηγός, θα σας παίρνω μάτι και θα τον παίζω;
Για μαλάκα με περνάτε; Καταλαβαίνω ότι είμαστε σε πολύ δύσκολη θέση.
Εντάξει, να τις δώσουμε, αλλά θα μου φέρετε μιαν άλλη. Δεν ξέρω τι θα κάνουν
οι άλλοι πέντε, αλλά εμένα θα μου φέρετε μιαν άλλη. Τελεία και παύλα.  Άντε,
μη γαμήσω κάνα κωλαράκι. Λινάτσες!
Σηκώθηκε τότε ο Αχιλλέας, ο Αχιλλέας το τσαμπούκι, σηκώθηκε και είπε
στον Αγαμέμνονα:
— Αγαμέμνονα, κόψε κάτι, ρε μάγκα. Είπαμε να είμαστε ταμαχιάρηδες,  ρε φιλάρα,
αλλά όχι κι έτσι! Που να βρούμε ρε συ μουνί να σου δώσουμε; Οι πιτσιρίκες που έχουμε
εμείς είναι από λεία που έχει μοιραστεί. Πως την είδες δηλαδή; Τι έχεις στο μυαλό σου;
Περιμένεις να μαζέψουμε τη μοιρασμένη λεία και να την ξαναμοιράσουμε; Γίνονται
αυτά τα πράματα; Είσαι με τα καλά σου; Άκου τι θα κάνουμε. Θα δώσουμε τις κοπέλες
πίσω κι αύριο, μεθαύριο, μόλις φύγουν οι χωριάτες, μόλις πάρουμε ανάσα,
θα κάνουμε ντου σε κάνα νησί κι από αυτά που θα φέρουμε, στο υπόσχομαι,  διάλεξε
ό,τι σου γυαλίσει το μάτι.
Το κοινό είδε τον Αγαμέμνονα να χαμογελάει. Τώρα άρχιζε το έργο. Δεν ακουγόταν
τσιμουδιά. Οι καρδιές των λογικών προβάτων άρχισαν να χτυπάνε πιο γρήγορα,
πιο δυνατά. Ήξεραν τι θα γίνει. Ήξεραν τι είδους προοίμιο ήταν το χαμόγελό του.
— Αχιλλέα  αγόρι μου, έχεις ένα αδιόρθωτο κουσούρι. Λογαριάζεις πολύ
στα μπράτσα σου. Ξέρεις τι τα κάνω εγώ τα μπράτσα σου; Τα γράφω στ’ αρχίδια μου.
Να, εδώ τα γράφω. Στα μπρούτζινα αρχίδιά μου! Τσογλάνι! Σε ποιον μιλάς,
ρε μαλακισμένο; Εμένα πας να ρίξεις, τσουτσουνοπνίχτρη. Εσύ  θα έχεις μουνί να
γαμάς κι εγώ δεν θα έχω! Εσύ το μουνί σου δε θα το χάσεις, εγώ όμως θα το χάσω.
Εγώ θα το χάσω, ο αρχηγός. Εγώ δεν θα έχω, εσύ θα έχεις. Ποιος θα είναι αρχηγός;
Εγώ ή εσύ; Εσύ βέβαια! Εσύ; Προβάλλεις αξιώσεις ανατροπής του υπάρχοντος
συσχετισμού ισχύος; Θα γίνει αυτό που θα πω εγώ, όχι εσύ, σκατωμένη  κωλοτρυπίδα!
Θα μου δώσετε άλλη να γαμάω, κι αν δεν μου δώσετε, μόνος μου θα έρθω και θα
τη πάρω, τη  δικιά σου, του Αίαντα, του Οδυσσέα, όποια να ‘ναι.  Θα μ’  εμποδίσεις;
Υπολογίζεις στα μπράτσα σου; Έλα, ρε μουνί! Έλα να μ’ εμποδίσεις! Έλα να δεις
τι χρώμα έχουν τ’ άντερά σου. Λοιπόν, τραβήξτε ένα καράβι στη θάλασσα,
βάλτε πάνω τις κοπέλες και δρόμο. Διαλέξτε κι ένα καπετάνιο, τον Αίαντα,
τον Οδυσσέα, τον Διομήδη, όποιον θέλετε. Δεν θα ‘ταν κι άσχημα να έκανες
εσύ τον καπετάνιο. Τι λες, αγόρι μου;
Ο Αχιλλέας χάιδεψε τη λαβή του στιλέτου, εκεί ήταν, και είπε:
— Μεγάλε και τρανέ, Αγαμέμνονα, εάν δεν ήμουνα εγώ, εσύ θα ήσουνα ένα τίποτα,
ένα μηδενικό. Εάν δεν ήμουνα εγώ, θα έτρωγες τ’ αρχίδια σου, Αγαμέμνονα,
οι παλάμες σου ρόζους θα έβγαζαν από τη μαλακία. Ρε καραγκιόζη, ποιος το έφερε,
ρε αρχίδι, το μουνί που γαμάς εδώ πέρα; Εσύ; Πότε ήρθες, ρε μαλάκα, μαζί μας;
Μόνο για χέσιμο ξεμακραίνεις από το λημέρι, μόνο να τα παίρνεις ξέρεις.
Φαταούλα! Έρχεσαι τώρα και μ’ απειλείς πως θα μου πάρεις τη πιτσιρίκα.
Εγώ γι αυτή τη πιτσιρίκα ίδρωσα, ρε μαλάκα. Εμένα με καίει ο ήλιος, εγώ
ξεποδαριάζομαι, εγώ κινδυνεύω να πεθάνω, εγώ παίρνω τα λιγότερα, εσύ
τα περισσότερα. Μάγκα, τέρμα τα δίφραγκα! Φεύγω, τη κάνω. Χίλιες φορές
να πάω σπίτι μου παρά να κάθομαι εδώ και να σου τα φέρνω και να με γράφεις
στ΄ αρχίδια κι από πάνω.

tsantiliada

Αυτή την απειλή εκσφενδόνισε ο Αχιλλέας. Λάδι στη φωτιά. Ο Αγαμέμνονας άνοιξε
το στόμα του και είπε:
— Να φύγεις, κωλοπαίδι, να πας στο διάολο να πας! Θα πέσω στα πόδια σου
να σε παρακαλέσω; Δε σφάξανε! Έχω ‘γω να μου τ΄ ακουμπάνε, να, μάτσο.
Τσαμπουκάδες σα και σένα εγώ δεν τους γουστάρω. Το μυαλό σας στη φαγωμάρα
και στη πουστιά. Πας να μου τη βγεις! Κάτσε καλά, ρε μάγκα! Δεν είμαστε ίσοι
κι όμοιοι, δε το καταλαβαίνεις; Να σε χαίρεται η μανούλα σου που σε γέννησε
μπρατσαρά. Συγχαρητήρια πολλά στη μανούλα σου! Έχω μάθει ότι παίζει πολύ
καλό μαλακό κλαρίνο. Οδυσσέα, τα λέω καλά;  Τσογλανάκι, άκου τι θα σου πω και
βάλτο καλά στο μυαλό σου. Να τα βάλεις εκεί που ξέρεις τα μπράτσα σου. Εσύ έχεις
εκατό, εγώ έχω χίλιους. Άλλαξαν τα πράματα, μωρό μου, άλλαξαν. Τον πούλο και δρόμο!
Σε βλέπω σα τρίχα στ’ αρχίδια μου. Εγώ χάνω το μουνί που γαμάω, θα χάσεις κι εσύ
το δικό σου. Θα έρθω στο καλύβι σου και θα πάρω τη πιτσιρίκα που έχεις μέσα.
Εγώ θα έχω, εσύ δε θα έχεις. Θα το κάνω; Θα το κάνω. Μπορείς να μ’ εμποδίσεις;
Όχι, δε μπορείς. Ξέρεις γιατί; Γιατί είσαι μια σκατωμένη κωλοτρυπίδα.
Μια σκατωμένη κωλοτρυπίδα που νομίζει ότι είναι ίδια κι όμοια με το πούτσο.
Γάμσι κώλους ένα πούτσου!
Γάμσι κώλους ένα πούτσου;  Τώρα σε σφάζω σαν αρνί, γαμιόλη. Τώρα τραβάω
μαχαίρι και σε ξεκοιλιάζω. Ο μαχαιροβγαλτικός ηρωισμός, δεν υπάρχει κι άλλος,
το μαχαίρι, ο νους-μαχαίρι, ο εγκέφαλος-μαχαίρι, το βλέμμα-μαχαίρι, τα λόγια-μαχαίρι,
το μαχαίρι, το μαχαίρι, μαχαίρι, μάχη, Macht, μαχαίρι mit Macht, μαχαίρι mächtig,
είναι η λύση, είναι η  λύση σε όλα τα προβλήματα,  η λύση που ώθησε mit Macht
το χέρι του Αχιλλέα στο μαχαίρι, μαχαίρι, μηχανή, μηχανή αύξησης της ισχύος,
μαχαιρομηχανή, μαχαίρι deus ex machina, να όμως που ο ήρωας παύει να είναι ήρωας,
ο ήρωας αρχίζει να σκέφτεται, ο ήρωας γίνεται Κύριος, καλώς ήρθατε δυτικέ πολιτισμέ,
θα τον ξεκοιλιάσω, θα με ξεκοιλιάσουν. Ο μαχαιροβγάλτης αρχίζει να σκέφτεται,
ο ήρωας αρχίζει να σκέφτεται. Ο τσοπάν-πολεμιστής αρχίζει να σκέφτεται.
Μια δύναμη μεγάλη μέσα του κάνει μαχαίρι τον νου, μάχαιρα οξεία, οξύ μυαλό,
ο νους γίνεται οξύς, ο ήρωας γίνεται οξύνους. Μια δύναμη μεγάλη μέσα του,
η επιθυμία της αύξησης της ισχύος, κάνει μαχαίρι το νου, κάνει το νου
θηριοδαμαστή, τιθασευτή, τιθασευτή της οργής, τιθασευτή της παραφοράς,
δαμαστή της άτης, η αύξηση της ισχύος είναι ζήτημα χρόνου, χάσε τώρα
το μουνί, αύριο πάρε δέκα, κάνε πίσω, τον σφάζεις, σε σφάζουν οι δικοί του,
δε λέει, όχι, όχι, δε λέει, δε λέει. Θα τον κάνω τον καριόλη να σέρνεται
στα πόδια μου. Αχιλλέα, μη τραβάς μαχαίρι. Μην είσαι ήρωας, μην είσαι μαλάκας.
Μόνο εάν πάψω να είμαι ήρωας, μόνο εάν πάψω να είμαι μαχαιροβγάλτης,
θα γίνω πιο ισχυρός, πιο ισχυρός απ’ αυτόν, πιο ισχυρός απ’ όλους, υπάρχει
τρόπος να του αφαιρέσεις ισχύ, υπάρχει, πάντα υπάρχει, εσύ του τ’ ακουμπάς,
εσύ τον κάνεις πλούσιο, εσύ τον κάνεις ισχυρό, εσύ τον κάνεις διάσημο,
χωρίς εσένα θα φάει τ’ αρχίδια του. Ο ηρωισμός ώθησε το χέρι στο μαχαίρι,
η παλάμη χούφτωσε το αργυρόηλο μαχαίρι, καλώδιο υψηλής τάσης, το μαχαίρι
τίναξε το χέρι, το ρεύμα της αύξησης της ισχύος τίναξε το χέρι, ακαριαία
απάρνηση του μαχαιροβγαλτικού ηρωισμού, ακαριαία θεμελίωση του
μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος του δυτικού πολιτισμού, πέφτουν οι σοβάδες,
απομακρυνθείτε, επέρχεται κατάρρευση, η ταχύτητα της κατάρρευσης
προσδιορίζεται από την ταχύτητα μετάδοσης της πληροφορίας και του
μηνύματος, το ξίφος στη θήκη, ο μαχαιροβγαλτικός ηρωισμός στο μπαούλο,
βγαίνει το ξίφος της γλώσσας.
— Θα δούμε, Αγαμέμνονα,  ποιος κώλος γάμησε τον πούτσο. Θα το δούμε.
Θα το δούμε. Θα δούμε ποιος έχει αρχίδια. Αύριο, να πάρεις τους δικούς σου
να πας εσύ για πλιάτσικο. Εμείς θα πηγαίνουμε για τη πάρτη μας κι εσείς
για τη πάρτη σας. Ότι φέρνουμε θα το μοιραζόμαστε εμείς μεταξύ μας.
Είμαστε οι μόνοι που βγαίνουμε για πλιάτσικο. Οι μόνοι! Μουνί! Τα κατσίκια
και τα πρόβατα που τρως, εμείς τα έχουμε φέρει. Το μουνί που γαμάς, εμείς
το φέραμε εδώ. Από αύριο, το κάθε στράτευμα θα κοιτάει τη πάρτη του.
Αποσύρομαι από την συμμαχία. Να ψοφήσεις, καριόλη, να ψοφήσεις!
Θα έρθει μια μέρα που θα με παρακαλάς γονατιστός, θα με παρακαλάς
γονατιστός, και θα χτυπάς το κεφάλι σου στο τοίχο. Εμένα βρήκες να ξεφτιλίσεις,
γαμημένε άνδρα; Εμένα; Άντε και γαμήσου, μουνόπανο!
Πέταξε το σκήπτρο την στιγμή που πρόφερε τη λέξη «μουνόπανο», πήγε στους
δικούς του, τους σήκωσε με μια κίνηση του χεριού του και φύγανε, χάθηκαν
στα στενά δρομάκια, πίσω από τα καλύβια.  Ο Αγαμέμνονας διέταξε τον Οδυσσέα
να τραβήξουν ένα καράβι, να βάλουν πάνω τις αιχμάλωτες και να τις πάνε
στο χωριό του Χρύση, στη Χιροσίμα.
 tsantiliada
Τα τσιράκια του Αχιλλέα σκόρπισαν στα καλύβια τους. Είχαν μείνει καμιά
δεκαριά πρόβατα, θα έγλειφαν κάνα κοκαλάκι. Την επομένη έπρεπε να επισκεφτούν
κάποιο νησί, τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σαμοθράκη, την Τένεδο, την Ίμβρο, δεν είχε
μείνει πρόβατο για πρόβατο στα χωριά της περιοχής. Ο Αχιλλέας δεν πεινούσε.
Κίνησε γιαλό γιαλό, πέρα μακριά, πέρα από το λόφο, κανέναν να μη βλέπει, κανέναν
να μην ακούει, μόνο το κύμα, μόνο τη θάλασσα, να αγναντεύει πέρα μακριά,
πόσο θα ήθελε να πήγαινε ακόμα πιο μακριά, πολύ μακριά, να ζούσε μόνος, να μην
τον πλήγωνε κανείς, να μην τον ταπείνωνε κανείς. Κοίταξε τον ήλιο. Επίμονα.
Το φως άρχισε να γίνεται σκοτάδι. Το φως τον τύφλωνε. Εάν με κάποιο τρόπο
μπορούσε να κρατήσει ανοιχτά τα μάτια, θα τυφλωνόταν; Θα τυφλωνόταν,
του είπε ο Κάλχας. Εάν ήταν τυφλός, θα μπορούσε να πολεμήσει; Τυφλός πολεμιστής,
πού ακούστηκε! Ο ήλιος με νικάει, σκέφτηκε. Το φως είναι το όπλο του. Οι ακτίνες
είναι αόρατα δόρατα. Sol acer, ακτίς acer, dominus acer. Ο ήλιος είναι ανίκητος,
Sol Invictus, ο ήλιος δεν είναι τυφλός πολεμιστής, είναι καθαρό φως, καθαρή νίκη,
καθαρή ισχύς, όλους τους χτυπά, κανείς δεν τον χτυπά, είναι μακριά, είναι ψηλά,
τέλεια εύστοχος, θα ήθελε να είναι μακριά, να είναι ψηλά, να είναι ο ήλιος, να είναι
το φως, ο ήλιος βλέπει, ο ήλιος δεν πολεμά, ο ήλιος πολεμά βλέποντας, θα ήθελε
να μη πολεμά, να βλέπει, να πολεμά βλέποντας, να βλέπει τους άλλους να πολεμούν,
δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγεις το θάνατο, τι θα φας όμως αν δεν
πολεμήσεις, πως θα γίνεις πλούσιος, ισχυρός, διάσημος, να ήταν μακριά,
να έβλεπε από μακριά, να άκουγε από μακριά, μα μάθαινε από μακριά, να πολεμούσε
από μακριά, το φως να ήταν το δόρυ του, ο κεραυνός, να ζούσε ψηλά στον ουρανό,
στην κορυφή του Ολύμπου, όχι μόνος, ποιον να διατάξεις μόνος, μόνος δεν είσαι
ισχυρός, δεν είσαι Κύριος, μόνος δεν είσαι Κύριος, να είχε και γυναίκα, και παιδιά,
κι αδέλφια, να ήταν ο πρωτότοκος όμως, να ήταν ο πιο ισχυρός, να είχε ένα άρμα
με ιπτάμενα άλογα, να πετούσε στον ουρανό, από κορυφή σε κορυφή, από
τον Όλυμπο στη Σαμοθράκη, κι από κει στην Ίδη, να τους έβλεπε όλους, να μην
τον έβλεπε κανείς, να είχε μια αγγελιοφόρο γρήγορη σαν τον άνεμο, να οδηγούσε
την καταιγίδα όπου ήθελε αυτός, να έριχνε τον κεραυνό όπου ήθελε αυτός,
αυτός να έφερνε τη βροχή, αυτός και το χαλάζι, αυτός και το χιόνι, να ήταν
ο Κύριος του ύψους,  να έκανε ό,τι ήθελε αυτός, να ήταν αγέραστος, να ήταν
άτρωτος, να ήταν αθάνατος, να μην τον νικούσε η φύση, να μην έχανε τίποτα
από όσα είχε, ο θάνατος μας τα παίρνει όλα, ό,τι μαζέψαμε μας τα παίρνει,
ο θάνατος είναι λήσταρχος, μας παίρνει τη λεία, δεν μπορούμε να ζήσουμε
χωρίς  τη λεία, η λεία είναι ο αέρας που αναπνέουμε, η απώλεια της λείας είναι
παραλογισμός, η απώλεια της λείας είναι ήττα, η ήττα είναι παραλογισμός,
η απώλεια της λείας είναι θάνατος, ο θάνατος είναι ήττα, ο θάνατος είναι
παραλογισμός, η φύση είναι παράλογη, η φύση είναι πιο ισχυρή από μας, η φύση
είναι ελαττωματική, η φύση θέλει διόρθωμα, επισκευή, ο θάνατος θέλει επισκευή,
θα μπορέσουμε μια μέρα να διορθώσουμε τη φύση; Θα μπορέσω μια μέρα
να ζήσω στον ουρανό, το φως να είναι το όπλο μου, να έχω ιπτάμενο άρμα,
να μην πεθαίνω, να μην με νικάει η φύση; Ναι, θα μπορέσω. Θα μπορέσω.
Θα τη νικήσω τη φύση, θα τον εξολοθρεύσω τον θάνατο, εάν εξολοθρεύσω τη ζωή,
ποιο ζωντανό πλάσμα θα υπάρχει για να πεθαίνει; Εάν κάθε μέρα εξαφανίζω
εκατό είδη φυτών και εκατό είδη ζώων, πόσα χρόνια θα χρειαστώ για να εξοβελίσω
τον θάνατο; Μπορώ να καταστρέψω τη ζωή; Μπορώ! Είμαι πιο ισχυρός από τη
φύση. Ένας κάβουρας μικρούλης πρόβαλε μέσα από τα βότσαλα, κοίταξε τον Αχιλλέα
και έτρεξε να κρυφτεί.
 tsantiliada
Δε θα πιαστώ κορόιδο σαν τον Βιργίλιο, σκεφτόταν κι αποφάσιζε ο Χρύσης
καθώς σκάλιζε, με το ξύλινο σκαλιστό σκαλιστήρι, να μη πονά η γη,  όχι, δεν θα
χάσω την απλότητα της ρίζας, δεν θα απομακρυνθώ από την πραγματική ζωή,
δεν θα εγκαταλείψω το χώμα, το λαχανόκηπο, τη κοινότητα, όσο πιο ψηλά είναι
ένα ράφι τόσο πιο άχρηστο είναι, δε θα χαθώ στη βάναυση μοναξιά της δόξας,
του ανταγωνισμού, του ανθρώπινου κοπαδιού, δεν θα γίνω τσιράκι των ανθρωποβοσκών,
όχι, εδώ, ξυπόλητος μέσα στον λαχανόκηπο, να σκαλίζω τη γη με τα δάχτυλα,
να μυρίζω το χώμα, τη κοπριά, να βλέπω τα κουκιά να μεγαλώνουν, οι ντομάτες
να κοκκινίζουν, να κόβω καρπούζι το πρωί, δροσερό και γλυκό, δε θέλω συνεντεύξεις,
δε θέλω δόξα και τιμές, ξενιτιά έξω από τους φίλους, ξενιτιά έξω από την
κοινότητα, ξενιτιά έξω από το χώμα, ξενιτιά μακριά από τ’ αμπέλι, η μοίρα
είναι βία όταν ξεμακραίνεις από τα άγρια χόρτα, από τα άγρια σπαράγγια,
από τα μανιτάρια, από τα σαλιγκάρια, από τα κρίταμα, από τα μύδια, «Χρύση, Χρύση»,
άκουσε μια φωνή να έρχεται από μακριά, να φέρνει στ΄ αυτιά του τη χαρά
και τη γαλήνη, ο Θανάσης ήταν, τον αγαπούσε τον Θανάση, ο Χρύσης παιδί, ολόιδιος,
«Χρύση, ήρθαν οι κοπέλες μας, ήρθαν οι κοπέλες μας», κι άρχισαν οι ντοματιές
να  χορεύουν, γλύκαναν οι καυτερές οι πιπεριές, γελούσαν οι μελιτζάνες, ξάπλωσε
κοντά στα φασολάκια, φίλησε το χώμα, μύριζε μωρουδίλα,  μωρό το χώμα, μωρό
η γη, μωρό η πλάση, να την δω ελεύθερη κι ας πεθάνω, σηκώθηκε πάνω κι άρχισε
να τρέχει, πήρε τη κατηφόρα, δεν βιαζόταν, να τη δει ήθελε μόνο, να την αγγίξει,
να δει το χαμόγελό της, τη χαρά της, κι ας πέθαινε, να την έβλεπε πριν πεθάνει,
θα την έβλεπε, το είδε, είδε να τη βλέπει, έβλεπε πριν δει, be wise before the event.
Ο αστερισμός Ν 2014 άκουσε το τραγούδι και είδε το χορό, τον είδε και ο
αστερισμός Ν 2034. Μια μαύρη τρύπα, ετοιμόγεννη, άκουσε το τραγούδι,
είδε το χορό, της σπάσαν τα νερά της μαύρης τρύπας της ετοιμόγεννης, ήλιοι,
όσοι είναι οι κόκκοι της άμμου στη παραλία, κάτω στη Χιροσίμα, ήλιοι αμέτρητοι
γεννήθηκαν, άκουσαν το τραγούδι, είδαν το χορό και είπαν είναι ωραία η ζωή,
είναι ωραία η ζωή είπε και ο Πλούτωνας, και ο Δίας, και ο Κρόνος, και ο Ουρανός,
και ο Άρης, και η Γη, και η Αφροδίτη , και ο Ερμής, τα άστρα όλα του ουρανού,
τα αλμυρίκια, τα καλάμια, τα ηλεκτρόνια του πυριτίου, τα ηλεκτρόνια του καδμίου,
τα κύτταρα της αγριάδας, τα κύτταρα της τσίχλας, άκουσαν τον άνδρα που
στάθηκε στη μέση του αλωνιού, στη μέση του εργοστασίου, στη μέση του γιαπιού,
στη μέση του εργοταξίου, στη μέση του γραφείου, στη μέση του σουπερμάρκετ,
στη μέση του βιβλιοπωλείου, στη μέση του παζαριού, στη μέση της ψαραγοράς,
άκουσαν τον άνδρα να τραγουδά
σ’ αυτό τ’ αλώνι,  Ελένη μου
άκουσαν άνδρες και κορίτσια, γυναίκες και γέρους, αγόρια και γκαστρωμένες,
νέους και γριές, νέες και παιδιά, να τραγουδούν όλοι μαζί
σ’ αυτό τ’ αλώνι, Ελένη μου
και να χορεύουν πιασμένοι χέρι χέρι, σπείρα ο χορός, γαλαξίας ο χορός, χορός
ο γαλαξίας, άνοιγε και έκλεινε, έκλεινε και άνοιγε, μαύρη τρύπα ο χορός, χορός
η μαύρη τρύπα, όλοι μπροστά, όλοι πίσω, όλοι πίσω όλοι μπροστά, άκουγαν
τον άνδρα με τη γκάιντα στην αγκαλιά, να φυσάει, να παίζει, να τραγουδά
σ’  αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ
και φούσκωνε τη γκάιντα, και τραγουδούσαν τα χελιδόνια, τραγουδούσαν
τα περιστέρια, τραγουδούσαν τα νυχτολούλουδα, χόρευαν τα τζιτζίκια, χόρευαν
οι μέλισσες, χόρευε ο Χρύσης, χόρευε ο Θανάσης, χόρευε η θυγατέρα, ήταν απέναντι,
την έβλεπε, τον έβλεπε, του χαμογέλασε, της χαμογέλασε, της χαμογέλασε
και το φεγγάρι, του χαμογέλασε και ο αέρας, χόρευε και ο γκαϊντατζής, χόρευε,
ακίνητος, έβλεπαν τη ψυχή του να χορεύει,  πατέρας του Θανάση, το φιλαράκι
του Χρύση, χόρευε και τραγουδούσε
σ’  αυτό τ’ αλώνι το φαρδύ
και έπαιρναν φόρα, γέμιζαν με δύναμη, ετοιμάζονταν να τρέξουν, έτρεχαν,
έσφιγγαν τα χέρια τους, να νιώσουν, είναι εκεί ο άλλος, είναι εκεί η ευτυχία, είναι εκεί
η συμβίωση, είναι εκεί η συνεργασία, είναι εκεί η αλληλεγγύη, είναι εκεί η δημιουργική
σύγκρουση, κι όταν άκουγαν
τρανός χορός που γίνιτι
ο αστερισμός Ν 2069 έμενε με το στόμα ανοιχτό, παρατούσε το στερέωμα
και κατέβαινε, χωνόταν ανάμεσα σε ένα αγόρι και μια γκαστρωμένη και χόρευε,
κατέβαινε και η Ανδρομέδα, ορμούσαν μπροστά με την υπόσχεση της υποχώρησης,
και υποχωρούσαν, υποχωρούσαν με χάρη, με τάξη, με χαοτική τάξη, με χαοτική πειθαρχία,
τρανός χορός που γίνιτι
το τραγούδι χωνόταν στην αγκαλιά του αέρα κι αυτός το έφερνε  μακριά,
πέρα στον Ελλήσποντο, σε μια μεγάλη πολιτεία, εκεί που σπούδασε ο Χρύσης,
εκεί που θα σπούδαζε ο Θανάσης, το έφερε μέσα σε ένα σπίτι, το άκουσαν ένας
άνδρας και μια γυναίκα, γυμνοί μέσα στη μεγάλη πήλινη ασάμινθο, το ολόγιομο
φεγγάρι τους κοιτούσε από το ανοιχτό παράθυρο, δυο λυχνάρια αναμμένα,
δυο ποτήρια κρασί, κρασί από τ’ αμπέλι του Χρύση, «στη υγειά μας», είπε
ο άνδρας κι άναψε το τρίφυλλο, «στην υγειά μας», είπε η γυναίκα, τρίφυλλο
με φούντα και λίγο όπιο, δώρο του Χρύση, για δυο καλούς φίλους, την Ελένη
και τον Πάρι.

tsantiliada

Αθανάσιος Δρατζίδης

 

…Είμαι 53 χρονών, γράφω και διαβάζω από τα 13.
Σαράντισα, που λένε. Κι έτσι θα συνεχίσω.
Κανείς δεν ξέρει . . .
Με ενδιαφέρουν όλα τα τοπικά, περιφερειακά,
περιθωριακά εγχειρήματα πάσης μορφής και παντός περιεχομένου…
Το σπίτι μας είναι ανοικτό, μας επισκέπτονται και ζούνε μαζί μας φίλοι και φίλες.
Πάμε στο Δέλτα με βάρκα και κάνουμε βόλτες στις όχθες του Έβρου
στο χωριό μου  (της Μαρίτσας, όπως λέγεται στα βουλγαρικά).
Είμαστε φτωχοί, ζούμε σαν άρχοντες,
παράγουμε ένα πολύ μεγάλο μέρος της τροφής μας
και με τους φίλους μοιραζόμαστε ό,τι υπάρχει.
  

  Ανωτάτη Σχολή Κακών Τεχνών – BadArts.gr

Advertisements

One response »

  1. ΧΑΙΡΩΜΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ ΝΑ ΜΟΙΡΑΖΕΣΕ ΟΤΙ ΕΧΕΙΣ ΝΑ ΖΗΣ ΣΑΝ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΠΗΓΕΝΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΑΚΗ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s