Η ανακάλυψη του underground

Standard

Τρεις κηδείες (και κανένας γάμος)

Θανάσης Μουτσόπουλος

Τα Εξάρχεια ήταν ένας μαγικός τόπος, τότε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Freaks, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, παράξενοι: ένας τόπος ελευθερίας και ελευθεριότητας. Το κλίμα εκείνο χαράχτηκε στο συλλογικό ασυνείδητο και η ανάμνηση εκείνη κρατάει μέχρι σήμερα, παρά τις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις τους. Ίσως, αν υπάρχει μια μεμονωμένη εικόνα από την πλατεία που μπορεί να περικλείσει εκείνο το κλίμα, αυτό που θυμάμαι είναι το πρώτο (για μένα) τεύχος του «Ιδεοδρόμιου» που αγόρασα σε κάποιο από τα περίπτερα της πλατείας.

Νομίζω ότι ήταν το τεύχος με το επιτραπέζιο παιχνίδι «Παρτουζόπολη – Αθήνα» που ’χε σχεδιάσει ο γιος του Λεωνίδα Χρηστάκη, Αλέξης (δεν το ήξερα αυτό τότε). Για μένα οι σελίδες αυτού του τεύχους, όπως και των επόμενων που αγόραζα φανατικά πλέον τις επόμενες βδομάδες, μήνες, χρόνια συμπύκνωναν όλο το μύθο του διεθνούς underground, το οποίο ήταν μόλις δέκα-δεκαπέντε χρόνια μακριά από τις μεγάλες δόξες του, όμως φαινόταν ήδη πανάρχαιο και μυθικό στα κυνικά 80s με τις νέες αξίες και το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Νάνος Βαλαωρίτης, κολάζ από το περιοδικό «Πάλι», τ.6, 1966

Θυμάμαι ακόμη τίτλους στο εξώφυλλο όπως «Θανατοδρόμιο: σας θυμάται πάντα ζωντανούς ή νεκρούς», «Μπουκόφσκι: ανθρωπότητα, πάντοτε σ’ έγραφα στ’ αρχίδια μου», «Βάλε τσόντα στο πανί, ήρθαμε απ’ το Κορωπί», «Μυθοτέλεια: τέλος μύθων αρχή καννιβαλισμού»… Σοκ για έναν νέο. Ο ίδιος ο Λεωνίδας Χρηστάκης ήταν, βεβαίως, μια εμβληματική φιγούρα. Τον έβλεπα να περνάει από τους δρόμους των Εξαρχείων, τον έβλεπα και στο αρχετυπικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα, το Pop 11, στην οδό Πινδάρου πλέον τότε.

Έχοντας διαβάσει τα αμείλικτα κείμενά του στο «Ιδεοδρόμιο», όπου δεν έδειχνε έλεος σε κανέναν, και τρομαγμένος από το παγερό «υπαρξιστικό» του ύφος δεν τόλμησα να του μιλήσω τότε. Πώς θα μπορούσα; Έμελλε να γίνει αυτό στα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Δεν θυμάμαι πια πώς έγινε, αλλά εκεί γύρω στο ’95 τον επισκέφτηκα στο ημιυπόγειο σπίτι-γραφείο σ’ έναν παράδρομο της Ιπποκράτους, όπου στο πάνω επίπεδο είχε μια μονταζιέρα και βιοποριζόταν ως ένας από τους πιο έμπειρους στη σελιδοποίηση, πριν αυτή παύσει να χρησιμοποιείται. Συνεργαστήκαμε σε σειρά τευχών του «Ιδεοδρόμιου», του βραχύβιου «Βισμούθιου» και σε κάποια από τα βιβλία που εξέδωσε στον τελευταίο του εκδοτικό οίκο, την εξαιρετική Τυφλόμυγα του δαιμόνιου Κώστα Κατσικά.

Λάζαρος Ζήκος, εξώφυλλο του περιοδικού «Ιδεοδρόμιο», τ.19, 1979

Θυμάμαι στην κηδεία του Λεωνίδα Χρηστάκη, το καλοκαίρι του 2009, καθόμασταν με τον Λάζαρο Ζήκο. Αυτός ήταν εντελώς αμίλητος (όπως ήταν στις περισσότερες δημόσιες εμφανίσεις του), όμως ένιωθα ότι απ’ όλους τους παρευρισκόμενους κανένας δεν βίωνε την απώλεια του Χρηστάκη εντονότερα απ’ αυτόν. Τον Λάζαρο τον είχα γνωρίσει κάπου στα 80s, όταν συνεργαζόμουν με το περιοδικό κόμικ «Βαβέλ», όπως κι αυτός.

Πάνος Κουτρουμπούσης, «No! Not Magdallo!!», 1966

     Νίκος Λυμπερόπουλος, εξώφυλλο για το δίσκο του Π. Σιδηρόπουλου, «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1982)

                                    Κάτω: σχέδιο του ιδίου για το περιοδικό «Ιδεοδρόμιο», 1980

Τα επόμενα χρόνια μού ξεδίπλωσε πολλά από τα μυστικά του ελλαδικού underground, και –τουλάχιστον– προλάβαμε να συνεργαστούμε σε μια έκθεση που συμμπεριέλαβε και ένα underground τμήμα, τη «Μεγάλη Αναταραχή: 5 Ουτοπίες λίγο πριν, λίγο μετά το ’70», που έγινε στην Πάτρα – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2006. Ο Λάζαρος είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα μιας έκθεσης – συνολικής ανασκόπησης του αθηναϊκού underground και συνεργαζόταν πυρετωδώς με τον Νεκτάριο Παπαδημητρίου, επιμελητή του έντυπου αρχείου της έκθεσης και του μεγαλύτερου αρχειοδίφη του underground (μετά φυσικά από τον ίδιο τον Λάζαρο). Όμως το περσινό καλοκαίρι ο Λάζαρος αρρώστησε απρόσμενα και πέθανε, αφήνοντάς μας όλους μουδιασμένους, Ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, ο γλυκύτερος άνθρωπος αυτής της σκηνής.

Ο «παππούς» όλων αυτών των ανθρώπων είναι, φυσικά, ο 91χρονος πλέον –όμως νεότατος– Νάνος Βαλαωρίτης, παλαίμαχος σουρεαλιστής, φίλος του Breton και ιδρυτής του περιοδικού «Πάλι», το οποίο επηρέασε όσο κανένα άλλο την εξέλιξη του εγχώριου Underground. Πώς τα φέρνει η ζωή: όταν ήμουν στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έκανα πολύ παρέα με το γιο του, τον Ντίνο. Μετά γύρισα και, με την παρέμβαση του Κωστή Τριανταφύλλου, ζήτησα από τον Νάνο και από τον άλλο πρόωρα χαμένο, Ανδρέα Παγουλάτο, να γράψουν πάνω στην ψυχεδελική τέχνη για το βιβλίο «Οράματα» (εκδόσεις Πλέθρον, 2005), που βγήκε με αφορμή την ομώνυμη έκθεση (όπου συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Κωστής [Τριανταφύλλου] και η Marie Wilson, σύζυγος του Νάνου).

 

Περιοδικό «Panderma» (1972-1977) του Λεωνίδα Χρηστάκη

Μικρότερος αρκετά από τον Βαλαωρίτη και τον Χρηστάκη αλλά μεγαλύτερος από τους 70s underground είναι ο designer Στέργιος Δελιαλής. Τον γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν έδινε αγωνιώδεις προσπάθειες να στεγάσει το Μουσείο Design του στη Θεσσαλονίκη. Η ελλαδική πολιτεία για άλλη μια φορά (φυσικά) αδιαφόρησε. Όταν του μίλησα γι’ αυτή την έκθεση, ο Στέργιος έσπευσε να ξεκαθαρίσει: «Μα εγώ δεν υπήρξα ποτέ “underground”. H δουλειά μου τότε ήταν ψυχεδελική και pop art». Όμως ο Στέργιος είναι ο χαμένος κρίκος ανάμεσα στους υπαρξιστές του ’50, τους μπίτνικς των early 60s και του underground των 70s. Κανένας δεν πέρασε αυτό το γνήσιο κλίμα Swingin’ London (στο οποίο έζησε τη σωστή εποχή) καλύτερα απ’ αυτόν. Άφησε πίσω 2-3 εξώφυλλα δίσκων και κόμικ που θα χαρακτηρίζουν για πάντα αυτή την περίοδο.

Στέργιος Δελιαλής, λογότυπο ντισκοτέκ Help, 1969

Τα κείμενα του Τέου Ρόμβου πάνω στα Εξάρχεια θα παραμένουν πάντα οι αρχετυπικές περιγραφές εκείνου του κλίματος. Το βιβλιοπωλείο του, Octopus Press, και το περιοδικό του, «Τρύπα» (με συνεργασίες από το Πάνθεον του Underground, Πάνο Κουτρουμπούση, Nick Liber, Λάζαρο Ζήκο, Ηλία Πολίτη…) θα είναι από τους μύθους εκείνης της κατάστασης. Τον γνώρισα στο εντυπωσιακό μνημόσυνο για τον Λεωνίδα Χρηστάκη στο Nosotros του Νώντα Σκυφτούλη το 2009 (ή μήπως ήταν 2010;). Η ζωή του Τέου Ρόμβου σήμερα στη Σύρο με τη γυναίκα του τη Χαρά και τις δεκάδες γάτες τους (υπάρχει ευτυχισμένο σπίτι χωρίς γάτες;) μου μοιάζει η πιο ευτυχισμένη απ’ όσες έχω δει σ’ αυτή την παρέα. Ο Τέος με μια πρωτοφανή μεγαλοσύνη και ανιδιοτέλεια μας παραχώρησε δεκάδες αυθεντικά έργα εκείνων των δημιουργών, έργα που οι ίδιοι οι δημιουργοί τους απαξίωσαν να διατηρήσουν ή στοίβαζαν κάτω από νεροχύτες. Αν δεν τα είχε περισώσει θα είχαν χαθεί για πάντα και, προφανώς, δεν θα υπήρχαν σ’ αυτή την έκθεση.

Περιοδικό «Λωτός», ξεκίνησε τον Μάιο του 1968

με υπεύθυνο τον Κωστή Τριανταφύλλου

Φυσικά η σχέση μου με το underground δεν θα είχε την ίδια εξέλιξη, αν δεν συνεργαζόμουν με τον Πάνο Κουτρουμπούση για το βιβλίο «Τι Τρέχει;: οι εικόνες του Πάνου Κουτρουμπούση» (εκδόσεις Futura, 2000). Όπως και να το κάνουμε, ο Κουτρουμπούσης παραμένει η πιο αρχετυπική από τις φιγούρες της σκηνής, συγκρίσιμη ίσως μόνο με την περίπτωση του Δημήτρη Πουλικάκου (πιο γνωστού ως μουσικού). Τότε, εκείνη η έκδοση δεν έτυχε της πρέπουσας προσοχής. Ίσως το κοινό δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Λίγο αργότερα, έντυπα όπως η ATHENS VOICE παρουσίασαν τα εικαστικά έργα του Πάνου σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Σήμερα είναι, με διαφορά, ο γνωστότερος εκπρόσωπος αυτής της παρέας, ενώ τα έργα του αρχίζουν να αναγνωρίζονται σε διεθνές επίπεδο. Είχα, ίσως, έντεκα χρόνια να δω τον Πάνο και τη γυναίκα του την Kate. Νομίζω ότι έκλεψε την παράσταση στα εγκαίνια της έκθεσης και το τραπέζι που μοιράστηκε με τον Αλέξη Ταμπουρά, τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νίκο Λυμπερόπουλο, τον Γιάννη Αρκούδη και τον Νεκτάριο Παπαδημητρίου στο Higgs, το μπαρ του CAMP!, πρέπει να ήταν ένα από τα πιο hot καλλιτεχνικά τραπέζια των τελευταίων πενήντα χρόνων.

Σ’ εκείνη την έκθεση της Πάτρας, η άλλη μεγάλη περίπτωση του Underground ήταν ο Κωστής [Τριανταφύλλου]. Ήταν κι αυτός στην κηδεία του Λεωνίδα Χρηστάκη στο νεκροταφείο Ζωγράφου και μίλησε, κι αυτός, πάνω απ’ τον τάφο του. Πρώτη φορά είδα δουλειά του Κωστή σ’ ένα τεύχος του περιοδικού «Ήχος» το 1983 σε μια συνέντευξη με την Ιουλία Ραλλίδη και πλούσια εικονογράφηση. Τότε ο Κωστής έκανε τα «Mediassemblages» του, περίπλοκα ψυχεδελικά κολάζ-κριτική στον κόσμο της κατανάλωσης και των media που τότε, σιγά σιγά, γιγαντώνονταν. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, γνωριστήκαμε.

Αλέξης Ακριθάκης, από το περιοδικό «Πάλι», τ.5, 1965

Είχε γυρίσει από το Παρίσι και δημιουργούσε έργα με ηλεκτρικούς κεραυνούς. Ήταν, ίσως, ο πιο ενήμερος και ενεργός από τους Έλληνες εικαστικούς. Και ίσως ο πιο λόγιος, ο πιο διανοούμενος και, ταυτόχρονα, απρόσμενα νέος, ροκ (ελλείψει άλλου χαρακτηρισμού) τύπος της σκηνής. Μου άνοιξε την πόρτα του απέραντου εργαστηρίου του στους Αγίους Αναργύρους, όπου κρατούσε ένα από τα πλουσιότερα αρχεία του ελλαδικού underground. Μου τα παραχώρησε απλόχερα (τώρα που το σκέφτομαι, τελευταία έχει σταματήσει να το κάνει, δεν ξέρω γιατί). Συνομιλήσαμε καθόλη τη διάρκεια της προετοιμασίας αυτής της έκθεσης (που κράτησε σχεδόν τρία χρόνια) και ο Κωστής μάς κατεύθυνε σταθερά. Τα τελευταία χρόνια είναι ένας πόλος συσπείρωσης μερικών από τα καλύτερα μυαλά αυτής της χώρας, όπως ο Νίκος Μάλλιαρης, ενώ συμμετέχει ενεργά στο κίνημα της Άμεσης Δημοκρατίας, στο Κέντρο Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας και σε άλλα πολλά.

Underground σήμερα (;) Είναι κοινότοπο, αλλά θα το επαναλάβω: ζούμε την πιο έντονη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Οικονομική κρίση ασφαλώς, αλλά και κρίση ιδεών, αξιών, πίστης στη λειτουργία του συστήματος. Και αυτό είναι κοινότοπο, αλλά η συνειδητοποίηση μιας σειράς από τέτοιες κρίσιμες εκδηλώσεις ενδέχεται να ήταν η αιτία των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008, αλλά και του επόμενου, όπως και του μεθεπόμενου. Η κρίση της εμπορευματικής τέχνης και του γενικότερου πολιτισμικού συστήματος είναι επίσης γεγονότα που οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας. Η καλλιτεχνική κοινότητα (νέοι, γέροι, πτυχιούχοι και αυτοδίδακτοι) μοιάζει να νιώθει μια οριακή αηδία για τις κρατικές και ιδιωτικές πολιτισμικές μεγαλο-οργανώσεις (φεστιβάλ, μπιενάλε, «μεγάλες εκθέσεις», «αναδρομικές παρουσιάσεις»), όπως και το «μη ειδικό» κοινό να αδιαφορεί.

Ποιον αφορά όλη αυτή η τεράστια ποσότητα τέχνης; Είναι ευθύνη τους που νιώθει ότι δεν μπορεί να ταυτιστεί; Η αντίδραση απέναντι σε όλα αυτά φυσικά έχει ήδη ξεκινήσει. Μήπως αυτό είναι μια ελπίδα; Μήπως αυτό είναι το νέο underground; Καλλιτέχνες ή άλλοι εμπλεκόμενοι και ενδιαφερόμενοι για το καλλιτεχνικό φαινόμενο συσπειρώνονται σε ομάδες, απεμπολούν λίγο από τον εγωισμό τους, συνομιλούν περισσότερο με τους «απλούς» κατοίκους, εκδίδουν μικρά απλά πράγματα, κάνουν τέχνη στο δρόμο.

Σήμερα μια σειρά από νεαρούς σχεδιαστές, εικαστικούς, μουσικούς κάνουν κάτι που θυμίζει επικίνδυνα τα 70s (αλλά και το λίγο πριν και το λίγο μετά), συχνά με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Συχνά (οι πιο παλιοί) το χαρακτηρίζουμε «νεο-ψυχεδελικό», «νεο-πανκ», «νεο-free jazz»… Συχνά (κι αυτό είναι η μαύρη αλήθεια) αυτά τα πράγματα μοιάζουν πιο ενδιαφέροντα, πιο ολοκληρωμένα από τα παλιά, τα «original» κείνης της εποχής. Ίσως να είναι η μεγαλύτερη, απεριόριστη, ελευθερία. Ίσως να είναι η πιο ευθεία ενημέρωση από το εξωτερικό. Ίσως…

Πολλοί λένε ότι η Αθήνα του 2012 είναι η πρωτεύουσα της Street Art (παγκοσμίως), δηλαδή η πόλη όπου το μεγαλύτερο ποσοστό επιφανειών καλύπτεται με σχέδια, συνθήματα, γκραφίτι. Είναι γεγονός μάλλον, δραστηριότητες όντως συμβαίνουν. Εν κρυπτώ, τη νύχτα κατά κανόνα. Και έτσι κάθε μέρα που ξημερώνει βρίσκει την πόλη σημαντικά διαφορετική από την προηγούμενη. Κάτι σαν αυτό που συνέβαινε στην ταινία «Dark City», μόνο που εδώ η αλλαγή της πόλης γίνεται μέσω καλλιτεχνικών επεμβάσεων στους τοίχους των κτιρίων, μερικές φορές σε τεράστια κλίμακα. Άρα, κάτι κινείται.

Σε μια εποχή όπου η πίστη στη δημόσια σφαίρα εκφυλίζεται ταχύτατα (έλλειψη δημοσίων συγκεντρώσεων, επικοινωνίας…) η τέχνη στο δρόμο αναστρέφει (σε κάποιο βαθμό, τουλάχιστον) το φαινόμενο. Το cocooning και η προσήλωση στους δρόμους του διαδικτύου συνιστούν τον κόσμο της μετα-πόλης, όμως η επιμονή των γκραφιτάδων παρουσιάζει μια άλλη προοπτική. Άραγε το αστικό μέλλον θα συντηρήσει και τις δύο διακλαδώσεις; Αν ο άνθρωπος απορροφηθεί ριζικά στα εν οίκω θα έχει οποιαδήποτε παρουσία η τέχνη εν δήμω;

Η προηγούμενη (μιάμιση) δεκαετία χαρακτηρίστηκε από ανεξέλεγκτα όνειρα καριέρας. «Η Αθήνα θα γίνει το κέντρο της διεθνούς τέχνης». «Θα εξαγάγουμε τη νέα καλλιτεχνική σκηνή της Ελλάδας». «Το περίπτερό μας στην Μπιενάλε της Βενετίας θα πάρει το πρώτο βραβείο». «Θα πάρουμε το Κύπελλο». «Θα πάρουμε το Πρωτάθλημα». «Θα πάρουμε την Πόλη»…

Σήμερα, μετά τον Δεκέμβρη, μετά το Σύνταγμα, μετά την Κρίση, μετά τις εκλογές, δεν είμαστε πια πολύ σίγουροι για τίποτα. Τα φτερά μας έχουν καεί και έχουμε κάνει περικοπές στα πάντα, από τη βενζίνη έως τα αγγούρια. Η εποχή εκείνη των 60s και 70s, οι άνθρωποι αυτοί, μας έδειχναν έναν άλλο δρόμο. Εγώ προτείνω να τον προσέξουμε…

Athens Voice – 03/07/2012  

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s