Η λαστιχένια μύτη του Μπάμπη του Σουν

Standard

 

Η ΛΑΣΤΙΧΕΝΙΑ ΜΥΤΗ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΤΟΥ ΣΟΥΝ

                       lastixenia myth

του Τέου Ρόμβου

 

Αυτή εδώ είναι η ιστορία του Μπάμπη του Σουν. Η πραγματική ιστορία για το πώς ο Μπάμπης έφτασε να γίνει το νούμερο ΕΝΑ στο ανδρικό μπουρδέλο της Σανζ Ελυζέ που δουλεύει σήμερα.

Η αληθινή ιστορία και όχι οι μαλακίες με τη μπόλικη σάλτσα που αραδιάζει ο ίδιος στα θηλυκά που τον παίρνουνε βίζιτα.

Δεν πάει πολύς καιρός που ο Μπάμπης ζούσε ακόμα στην Αθήνα. Ψηλός, κοκαλιάρης κι ανασούμπαλος, μαλλί πολύ και άπλυτο, άφρο-λουκ, ανήκε στο είδος που πολύ κόσμο είχε γράψει στ’ αρχίδια του. Εκείνο όμως που τον έκανε να ξεχωρίζει από το πλήθος ήτανε και είναι το προεξέχον μέρος του προσώπου του στο μεσοδιάστημα μέτωπο – στόμα. Δηλαδή η μύτη του. Είναι γεγονός ότι στη μύτη αυτή αξίζει να σταθούμε για λίγο και να την περιεργαστούμε καλύτερα. Εκτός από τον τεράστιο όγκο της, έχει επίσης και πολύ περίεργο σχήμα. Ξεκινάει με βάση το πρόσωπο, σαν όλες τις μύτες, αλλά στη συνέχεια στενεύει προς τα έξω και φαρδαίνει στην άκρη υπερβολικά. Κι έτσι όπως στέκει όρθια μοιάζει με καραμούζα στο στόμα σαλπιγκτή ή λίγο σαν προβοσκίδα ελέφαντα. Και δεν είναι μόνο το σχήμα, είναι οι ιδιαίτερες ικανότητες που έχει αυτή η μύτη και που ο Μπάμπης, έτσι για πλάκα, κάνει μόστρα στην παρέα καμιά φορά. Ρουφάει με τα πλεμόνια ανάσα βαθιά και τα καπάκια της μύτης ανοίγουνε, ανοίγουνε μέχρι που στο τέλος αρχίζουνε να κολλάνε και να κλείνουνε τα ρουθούνια κι ύστερα βγάζει αργά το ζεστό αέρα από μέσα του και τα ρουθούνια ανοίγουνε ξανά και γίνονται δυο μεγάλες καφτές τρύπες κι ο Μπάμπης καμαρώνει σαν δράκος και συνεχίζει πιο γρήγορα, πιο γρήγορα και τα πτερύγια της μύτης του ανοιγοκλείνουνε σβέλτα σαν δυο μεγάλες αχιβάδες και κείνος συνεπαρμένος τα κουνάει στο ρυθμό που θέλει κι η μύτη του γίνεται πράγμα ζωντανό κι οι φίλοι του γουρλώνουνε τα μάτια τους κι ο Μπάμπης χαίρεται για την παράσταση και νιώθει  γίγαντας κι όλοι τους λένε «Μπράβο, Μπάμπη, μπράβο».

Στα φρικιά της πλατείας ήτανε γνωστός για δυο πράγματα, πρώτον για τη μυτόγκα και δεύτερο για τη διορατικότητά του. Ο ίδιος έλεγε:

«Μύτη, φιλάρες. Εγώ έχω μύτη που νιώθει», και τη χάιδευεμε σημασία, «Να ξέρετε, εγώ ποντάρω σ’ αυτήν κι έτσι και την κάνω κάποια μέρα, ας τους να γαμιώνται όλοι».

«Δηλαδή, πώς, ρε Μπάμπη» ρωτάγανε τα φρικιά περίεργα, μα και για πλάκα. «Τώρα, από γκόμενα ή από μπούκα, δεν έχει σημασία, εγώ είμαι αποφασισμένος να τα πάρω και θα τα πάρω χοντρά κι ας είναι καλά αυτή εδώ που μυρίζει μακριά». Και μ’ αυτά ο Μπάμπης καθάριζε για τους δεκαοχτώ πόντους που στέκονταν ζυγιασμένοι στο πρόσωπό του και που τους περιέφερε και τους καμάρωνε σαν νέος Μπερζεράκ.

Τέλος πάντων αυτά με τη μύτη του Μπάμπη που οι φίλοι του στην πλατεία τον είπανε κάποτε Σουν, επειδή ήτανε σπίρτο μοναχό, και πάει του έμεινε. Ο Μπάμπης από εργασία ήτανε κοπρόσκυλος απ’ αυτούς που ούτε να τους ξέρουνε δε θέλουνε οι δικοί τους, το σόι τους κι άπαντες οι εργοδότες. ‘Ετσι λοιπόν κι εκείνος στα δεκαεννιά του γύρναγε απένταρος, άπλυτος, άνεργος κι όλα τα από ΑΛΦΑ που όπως λέει κι ο εισαγγελέας σωρεύουν άρνηση για την κοινωνία μας. Κι όπου μύριζε σουβλάκι, πήγαινε κοντά και κάτι μάσαγε. Κάποτε, το ‘φερε έτσι η μοίρα, και μέσα απ’ ένα περίεργο μπέρδεμα στο τηλέφωνο κατάφερε να ψήσει ένα γκομενάκι – Βούλα τη λέγανε – και να της κλείσει ραντεβού σε καφετέρια της πλατείας. «Πλατεία Εξαρχείων» φώναζε ο Μπάμπης στο τηλέφωνο ενώ ακουγόντουσαν κι άλλες φωνές κι η Βούλα επαναλάμβανε «Εξαχρείων; – Α, ναι. – Εντάξει. Στις έξι, στο Φλοράλ, θα φοράω κορμάκι μαύρο και μπεζ  παντελόνι κοτλέ, εσύ;» Κάτι είπε κι ο Μπάμπης ότι θα φόραγε, κάτι είπε ακόμα και για μια μηχανή κι έκλεισε. Και στο ραντεβού ο Μπάμπης πήγε και τη Βούλα την είδε μέχρι δηλαδή που η καρδιά του καψαλίστηκε και τ’ αρχίδια του μυρμηγκιάσανε χοντρά, αλλά όλα αυτά από κάποια απόσταση, ενώ σκεφτότανε την άδεια τσέπη του ώσπου η Βούλα βαρέθηκε, σηκώθηκε κι έφυγε. Τέτοιος ήτανε ο Μπάμπης και το φιλοσόφησε το ζήτημα «Δε βαριέσαι, άλλα ήθελε η γκόμενα, την κατάλαβα εγώ, δε γαμιέται… » Και αργότερα που του ξανάρθε στο μυαλό, μονολόγησε: «Χέστη, Μπάμπη, ούτε η πρώτη είναι ούτε και η τελευταία που δε θα χαρεί το κορμί σου» και μ’ αυτή τη σκέψη ηρέμησε.

Ήρεμος λοιπόν, με την τελευταία του σκέψη, πήγε το βράδυ εκείνο και την έπεσε σε φίλους μαλακούς σχεδόν χριστιανούς και έβγαλε στην τράκα κάτι περιποιημένα τσιγάρα, κάτι κρασά, χλαπάκωσε κι ένα κακοψημένο κοτόπουλο που τον έκοψε κομμάτι στο στομάχι. «Ε, δε βαριέσαι, ψιλικά όλ’ αυτά μέσ’ στην απεραντοσύνη του σύμπαν» είπε στα φιλαράκια και  γελάσανε. Και τελειώνοντας η βραδιά τον βρήκε αποκοιμισμένο σε μια γωνιά στο πάτωμα του σπιτιού.

Την άλλη μέρα, πρωινός, με ζαλάδες από το παλιόκρασο στο κεφάλι, έσκασε ο Μπάμπης στην Ερμού. Κοιτάχτηκε σ’ ένα καθρέφτη και είπε: «Μπάμπη, εμπρός να πάρουμε μάτι κανένα γερό κώλο». ‘Εφτιαξε λίγο το μαλλί που κόλλαγε απ’ την απλυσιά κι έβγαλε κάποια τσίμπλα από το μάτι, ενώ έλεγε στον εαυτό του σαν να του έκανε μάθημα: «Και πού ξέρεις, Μπάμπη μου, μπορεί να χτυπήσουμε καμιά τουρίστρια, απ’ αυτές που κατηφορίζουνε από Βοριά και περνάνε μέσα από φλόγες καύλας και σιντριβάνια σπέρματος μέχρι να φτάσουνε εδώ», κι ενώ ξεσκόνιζε το παντελόνι, συνέχιζε, «και να ‘χει λέει, η μικρά μπαμπά βιομήχανο, ε, ρε, την κάναμε Μπάμπη». Δυο-τρεις περαστικοί είχανε σταματήσει και κοιτάζανε χαζά τον Μπάμπη στο μονόλογό του. Ο Μπάμπης ντούρος και φωνάζοντας «Βίβα Αναρχία» τους προσπέρασε και χάθηκε στο μοναδικό δρόμο στην Αθήνα που μυρίζει μουνί…

Πίσω απ’ τη Μητρόπολη υπάρχει ένα φτηνιάρικο καφενεδάκι, εκεί την έπεσε ο Μπάμπης να πιεί τον γλυκύ του το φραπέ, να συμπληρώσει κανένα προποδάκι και να κάνει και το καμάκι το σχετικό. Σήμερα έχει σκοπό να ξεσκίσει το κατόμπαλο που πήρε δανεικό αλλά να πιάσει και τόπο. Από δίπλα κάθονται δυο γερμανιδάκια της φωτιάς πίνοντας καφέ και ο Μπάμπης για να μη καρφωθεί βγάζει από την τσέπη ένα καθρεφτάκι – μπρελόκ μ’ ένα μάτσο κλειδιά. Κι ενώ παίζει τα κλειδιά για να κάνουν γκλιν – γκλιν, κοιτάζει στο καθρεφτάκι τις πιτσιρίκες να δει αν τσιμπάνε. Την ιστορία την έχει έτοιμη: «Ποια; Τα κλειδιά είπατε, α, κάτι διαμερισματάκια του μπαμπά, είναι καπιτάλας και ιδιοκτήτης ο μαλάκας, δεν τον πάω καθόλου και γι αυτό την έφυγα από το σπίτι… »

Το μεσημέρι εκείνο ο Μπάμπης βρέθηκε κατά Πλάκα μεριά σ’ ένα μακροβιοτικό ρεστωράν να πίνει την μπίρα του και να μασουλάει κάτι άνοστους χορταρένιους κεφτέδες. Με τα γκομενάκια, τζίφος – θες γιατί στραβοκοιμηθήκανε στα σλίπινμπαγκ, θες γιατί ήτανε πολύ πρωί, θες η μύτη του να του ’κανε χαλάστρα, μπορεί όμως να ’τανε και τα κωλοδάχτυλα που πέφτουνε στο περπατητό και χαλάνε την πιάτσα κι αγριεύουνετις γκόμενες, η ουσία πάντως είναι ότι δεν τσιμπήσανε. Αλλά ο Μπάμπης την υπόθεση την έχει από κοντά. Η αδέρφω που γνώρισε πριν λίγο και τον ταΐζει – Μισέλ τον λένε τον άνθρωπο – τώρα μόλις του το ’ριξε ότι έχει μπαμπά εργοστασιάρχη υφασμάτων στη Γαλλία, παρακαλώ. Άσχημα δηλαδή είναι να την κάνει κατά Παρίσι με τον ξεπλυμένο ξανθομούρη που ‘ναι και θηλυκωτός, και κει, βλέποντας και κάνοντας. Γι ’αυτό σε λίγο που θα πάει με το Γάλλο στο ξενοδοχείο του, ο Μπάμπης σκέφτεται να τα δώσει όλα. Και πράγματι, λίγο αργότερα, ο Μισέλ του κάνει ένα τέτοιο τσιμπούκι που λίγο θέλει να του δώσει τα νεφρά στο χέρι αλλά και κείνος σανιδώνει στα γεμάτα, δεν κωλώνει ούτε στιγμή. Σε μια, τόση δα, διακοπή, ο Μισέλ του προτείνει να τον πάρει μαζί του στο Παρίσι. «Αυτό ήτανε, την έκανα» σκέφτηκε ο Μπάμπης και λέει το «ναι» στο Γάλλο. Κι όταν, κάποια στιγμή, ανάβουνε τσιγάρο, ο Γάλλος ρωτάει τρυφερά τον Μπάμπη για το πώς και το γιατί με τη μύτη του. Και κείνος σοβαρός του λέει για την εποχή που έψαχνε χρυσάφι στην ΤΡΙΣΤΑΝ ΝΤΑ KOΥNA κι εκεί που κοσκίνιζε στο ποτάμι, περνάει ένα κροκοδειλάκι κι ο Μπάμπης έσκυψε να τοδει καλύτερα, να του πει κουβέντες γλυκές. Μα το κροκοδειλάκι τον γράπωσε από τη μύτη και άρχισε να τον τραβάει στο νερό, γατζώνεται κι ο Μπάμπης από μια ρίζα και μείνανε κει πάνω από έξι ώρες, ο ένας να τραβάει στο νερό κι ο άλλος προς τα έξω μέχρι που ο κροκόδειλας βαρέθηκε κι έφυγε. ‘Ετσι ο Μπάμπης έμεινε με την προβοσκίδα. Στο σημείο αυτό χάιδεψε τη μύτη του.  Τον πίστεψε ο Γάλλος, δεν τον πίστεψε; Γεγονός πάντως είναι ότι δεν ξανάκανε κουβέντα. Άλλωστε φαινότανε άνθρωπος της δράσης.

Τρεις μέρες μετά, ο Μπάμπης βρισκόταν στο Παρίσι, δηλαδή τρόπος του λέγειν γιατί το Παρίσι θα απείχε και 40 χιλιόμετρα και ο Μπάμπης ούτε που το ‘χε δει καθόλου. Νύχτα φτάσανε με το Μισέλ στο αεροδρόμιο και κει περίμενε η κουρσάρα, μπήκανε μέσα και τσιφ στο διαμέρισμα για να συνεχίσουνε αυτό που λίγες μόνο ώρες πριν είχανε διακόψει  στην Αθήνα. Βέβαια ο Μισέλ ήτανε πολύ κύριος μαζί του και περιποιητικός αλλά σφιχτοχέρης, ρε παιδί μου, δεν του ‘δωσε ούτε πέντε φράγκα να κρατάει πάνω του, ξέρω γω, άνθρωποι είμαστε, σκεφτότανε ο Μπάμπης. ‘Ασε που όλη την ημέρα τη βγάζανε στο διαμέρισμα, μόνο πότε – πότε τηλεφώναγε ο Μισέλ στην πιτσερία εκεί κοντά και τους φέρνανε κάτι σπαγγέτα και κάτι πίτσες στο σπίτι, κρασιά υπήρχανε άφθονα στο διαμέρισμα της κυριλέ πολυκατοικίας, μα ο Μπάμπης – πώς να το κάνουμε – άνθρωπος του κόσμου, μαθημένος αλλιώς, μαράζωνε. Και τα τσιμπούκια και τα γαμήσια πέφτανε σύννεφο. Περίεργος ακόλαστος αυτός ο Γάλλος, ρούφαγε, ρούφαγε την ψωλή του Μπαμπή λες και περίμενε να βγάλει πετρέλαιο. Τον είχε λιώσει.Και το πράγμα δεν σταμάτησε εκεί. Ο Μισέλ επέμενε ότι και ο Μπάμπης έπρεπε να του τον πάρει για λίγο στο στόμα. Στην αρχή ο Μπάμπης ούτε κουβέντα δεν ήθελε ν’ ακούσει, έλα όμως που ο Γάλλος επέμενε πολύ και τον είχε και στο χέρι, ένεκα τα φράγκα, ξένος τόπος και τα λοιπά, γάμησέ τα.

Την τρίτη μέρα ο Μισέλ κατάφερε τον Μπαμπή για μια μικρή δοκιμή. Πασάλειψε την ψωλή του πρώτα με σοκολάτα και του είπε: «Μπάμπις, αυτό που βλέπεις δεν είναι πια ψωλή αλλά το πιο γλυκό ματζούνι στον πλανήτη». Ο Μπάμπης είπε γαμοσταυρίδια διάφορα, στη μητρική του γλώσσα, που ο Μισέλ δεν καταλάβαινε, χούφτωσε το μαραφέτι, σκέφτηκε τα πιο ωραία μουνιά που ‘χε γλείψει στη ζωή του, και μιας κι αυτά ήτανε πολύ λίγα, σκέφτηκε κι όλα αυτά που δεν είχε γαμήσει κι έγλειψε με την άκρη της γλώσσας τη σοκολατίνα. Όμως ο Γάλλος είχε χοντρά καβλολαχανιάσει και ζήταγε ρούφηγμα, ρούφηγμα πραγματικό. Αυτό ήτανε και το τέλος για τον Μπάμπη. Έχωσε το καβλιτζέκι στο στόμα του, κόπηκε η αναπνοή του και τα μάτια του πεταχτήκανε έξω και βλέπανε από κοντά τις σαν συρματόπλεγμα ξανθιές τρίχες. Έκανε υπομονή μέχρι να πάρει η παράσταση κάποιο τέλος και στην πρώτη ευκαιρία, που δεν άργησε να φανεί, την έκανε από κει μέσα κι από δω πάνε οι άλλοι…

Ο δρόμος για το Παρίσι ήτανε μακρύς. Στην τσέπη του Μπάμπη δεν κουδούνιζε καθόλου μέταλλο και τη γαλλική χαρτούρα ούτε ζωγραφιστή δεν την είχε δει. Κι έτσι αποφάσισε να κάνει ζήτα. Οι γριές όμως σ’ αυτό το μέρος έτυχε να είναι πολύ σκληρές και μόνο στις πετριές που δεν τον πήρανε. Το ‘κοψε λοιπόν στο ποδαράτο κατά κει που οι πινακίδες δείχνανε την πόλη του φωτός.

Δεν πάει πολλή ώρα που ένας νέος περιδιαβαίνει το Παρίσι. Στο στόμα μοχθηρό και συνάμα ειρωνικό παιχνίδισμα μισοχαμόγελου, μπερδεμένο με μια βρεγμένη γόπα που ‘χει σηκώσει από κάτω. Στο Σαιν Μισέλ, εκεί μπροστά στο σιντριβάνι του αγιουπούστη, στέκει αποκαμωμένος και κοιτάζει ένα γύρω. Νιώθει, για μια στιγμούλα μονάχα, όλο τον κόσμο κάτω απ’ τα πόδια του κι έτσι όπως πετάει τη γόπα στριφογυρίζει πάνω της το παπούτσι του με λύσσα, φτύνει και συνεχίζει το περπάτημα στην απέραντη πόλη του Τίποτα. Το στόμα του καγχάζει και αναδύει μπόχες και ξυνίλες από αδειανό στομάχι. Ένας ακόμα Έλληνας με το θείο εθνικό ρητό «όπου γης και πατρίς» βαλμένο σε καλή μεριά στο κεφάλι του. Στα χέρια του ανεμίζει η παντιέρα μιας δυστυχίας με πολύ αραιές εκλάμψεις. Το πεζοδρόμιο κάτω απ’ τα πόδια του, γλιτσιασμένο από μια βροχή που φαίνεται να πέφτει από χρόνια, ψιλοβρόχι αηδιαστικό, γκριζάδα στον ουρανό, ψυχοπλάκωμα πραγματικό, κι όπου κι αν γυρνάει το κακό του βλέμμα ούτε ένας γυναικείος κώλος να του χαμογελάσει και να τον πάρει από πίσω, έτσι για πλάκα, κι όπου τον βγάλει.

Δεν χρειάζεται καν να σας συστήσω, είναι ο γνωστός μας Μπάμπης ο Σουν που μυρίζει από μακριά ΠΕΙΝΑ. Οδηγός τα πάθη του. Λίγο πιο κάτω από κει που κοιτάτε τώρα, μέσα σ’ ένα βρώμικο σώβρακο, μια ψωλή στέκει μ’ όλο το κρύο και την αμασία και καρτερεί ένα απ’ όλα τα μουνιά του γλιτσιασμένου αυτού τοπίου να χαμογελάσει…

Ο Μπάμπης όλος κόκαλα και ένα ξαναμμένο μυαλό, με μνήμες από μια προηγούμενη ζωή, που ήταν, λέει, στο κέντρο της ευδαιμονίας κι όπου χόρταινε από τις μυρουδιές και μόνο. Κι όμως τις σκέψεις αυτές πρέπει να τις διώξει απ’ το μυαλό τουκαι το ξέρει καλά. «Τώρα χρειάζομαι περισσότερη ανέλιξη στη σκέψη, πολτοποίηση συναισθημάτων και τέλος μια χοντρή ροχάλα στη λογική που φωλιάζει ψηλά στο κεφάλι μου και ν’ αφήσω επιτέλους τη μύτη μου να με οδηγήσει στο πεπρωμένο μου… »

Και να, που η μύτη του σαλεύει. Μια κοπέλα πέρασε, τώρα δα, δίπλα του. Του έκανε ματάκι. Πίσω της ο Μπάμπης, μπαίνει στο καφέ και μαζί κατεβαίνουνε τις σκάλες που οδηγούν στις τουαλέτες; και στην τηλεφωνική καμπίνα. Και κει ο Μπάμπης τα παίζει όλα για όλα και στριμώχνεται μαζί της στο θάλαμο. Εκείνη δε λέει τίποτα, μόνο του χαμογελάει. Σ’ αυτή τη στενή τηλεφωνική καμπίνα ο Μπάμπης ξαναζεσταμένος πέφτει με φούρια και χωρίς ντροπές στο τζόγο. Χουφτώνει με το ένα χέρι τα μπούτια της γκόμενας και κατεβάζει αποφασιστικά τις μάλλινες κάλτσες ενώ με τ’ άλλο τραβάει το φερμουάρ απ’ το παντελόνι του και στα γρήγορα χώνει όπου μπορεί την παγωμένη του ψωλή. Την ίδια ώρα, ενώ αγκομαχάει – παραμύθι και καλά – χώνει το γρήγορο δεξί του στην αριστερή τσέπη της πλαστικής γούνας μπας και βρεθεί κανένα ψιλό. Αλλά και η Ναντίν – έτσι τη λένε τη Γαλλιδούλα – από δίπλα τον έχει το Μπάμπη και με το πιο λάγνο χαμόγελο, ελαφρά ανοιγμένα χείλη, βλέμμα θολό και ρουθουνίσματα ανάλογα, ψάχνει από την άλλη μεριά στην τσέπη του Μπάμπη, με την ελπίδα να βρει κατιτί μέσα. Καλημέρα Έρωτα! Παγωμένος κι ανήμπορος και συ να τους κοιτάζεις και να τα ‘χεις διπλά χαμένα…

Σε κάποια στιγμή η Ναντίν του ψιθυρίζει λιγωμένα.

«Δε θες να πάμε στο δωμάτιό μου;»

Ο ουρανός της καμπίνας έλαμψε. Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο της καμπίνας κουδούνισε. Ο Μπάμπης τράβηξε την ψωλή του και συστήθηκε.

«Με λένε Μπάμπη».

Εκείνη ενώ με τ’ αριστερό χέρι ανέβαζε το μάλλινο καλτσόν, με το άλλο σήκωσε το ακουστικό και απάντησε.

«Ναι, ναι, βεβαίως… Τώρα; Όχι, καλά, αργότερα… Ναι, το θυμάμαι το διαμέρισμα καλά… ορεβουάρ, γλύκα». Κι έκλεισε.

Η Ναντίν ήτανε θηλυκό με τα όλα του, δηλαδή με όλες τις τρύπες στη θέση τους, σκεφτότανε τώρα ο Μπάμπης, καθώς ήτανε ξαπλωμένος δίπλα της στο κρεβάτι μετά από τα σχετικά νουμεράκια που τραβήξανε.

Η Ναντίν λοιπόν ήτανε ο άνθρωπος που του ’κανε για πρώτη φορά κουβέντα και του εξήγησε πώς θα µπορούσε να αξιοποιήσει τη µύτη του.

«Άνοιξε τα’ αυτιά σου» του είπε, «άνοιξε και τα µάτια σου για ν’ αρχίσει το µυαλό σου να παίρνει καµιά στροφή. Το λοιπόν, το πράµα που σπρώχνεις µπροστά σου, η µύτη σου, δεν φύτρωσε στα καλά του καθουµένου, έτσι, κάποια µέρα, αλλά φτιάχτηκε µε µεγάλη σοφία και µαεστρία και φυσικά για να εξυπηρετεί κάποιες ανάγκες στον άνθρωπο, σ’ εσένα. Κι ούτε η µύτη έγινε για ν’ αναπνέεις το καυσαέριο στο δρόµο αλλά ούτε και για τα µπαχάρια στο µπακάλικο, γιατί τότε θα σου είχε πέσει από καιρό, µιας και η µύτη τα τελευταία χρόνια δεν µυρίζει παρά µόνο σκατά. Πάει καλά µέχρις εδώ, το ’πιασες το µήνυµα, η µύτη χρειάζεται στον άνθρωπο αλλά σε τί; Κι εδώ έρχεται ο Ινδός φιλόσοφος ΚΟΥΛΑΡΝΑΒΑ ΤΑΝΤΡΑ και δια του στόµατός µου σου εξηγεί ότι η µύτη χρειάζεται και ότι εσύ είσαι εξαιρετικά προικισμένος άνθρωπος µιας και έχεις, παρά κάτι λίγο, προβοσκίδα. Άκου λοιπόν, με τη μύτη ο άνθρωπος αναπνέει περίπου 22.000 φορές την ηµέρα, αλλά λίγες απ’ αυτές τις ανάσες γεµίζουν τα πλεµόνια του. Συνήθως γεµίζουν µόνο το 1/6, δηλαδή ίσα – ίσα για να υπολειτουργεί το σώµα σ’ ένα µίνιµουµ απόδοσης. Τώρα θα σου µάθω πώς να ενεργοποιείς το κάθε ρουθούνι ξεχωριστά. Πιάνεις τον βαρδαλαµπούµπα του αριστερού ποδιού, για παράδειγµα, και τον τρίβεις, ε, µ’ αυτόν τον τρόπο ενεργοποιείς το δεξί σου ρουθούνι και το αντίστροφο.Πρέπει να δεις τη µύτη σου σαν την αντένα που είναι στραµµένη στο κοσµικό Σύµπαν και σαν µέσο για την τελετουργική συνουσία που ο Τάντρα ονοµάζει Ιερό Μυστήριο ΜΑΪΘΟΥΝΑ».

Ο Μπάµπης δεν καταλάβαινε λέξη. «Ρε, µπας και µας δουλεύει η γκόµενα και πάνω που είχα αρχίσει να την καψουρεύοµαι;» Αλλά, όχι, η Ναντίν µίλαγε σοβαρά.

Τις επόµενες µέρες πέσανε κι οι δυο µε τα µούτρα στη µελέτη και την εξάσκηση. «Είναι γνωστό» διάβαζε ο Μπάµπης σ’ ένα χοντρό βιβλίο «ότι κάθε άνθρωπος ξεκινά τη ζωή του µε µια εισπνοή και την αποχαιρετά µε την τελευταία εκπνοή. Πόσοι όμως συνεχίζουν κανονικά το σωστό ξεκίνημα; Στο δυτικό κόσµο σχεδόν κανένας, ενώ το αντίθετο συµβαίνει στους ανατολικούς λαούς που έχουν αναγάγει την αναπνοή σε κανόνα ζωής». Εδώ χάιδευε τη µύτη του. «Το ”Θεός µέσα µας” στη σανσκριτική σηµαίνει αναπνέω. Στο Βουδισµό η αναπνοή ταυτίζεται µε την ψυχή κι ας θυµηθούµε πως κι οι Αρχαίοι Έλληνες «εντόπιζαν» την έδρα της ψυχής στην κοιλιακή χώρα που είναι κι ο σωστός αποδέκτης του εισπνεόµενου αέρα».

Αυτά διάβαζε ο Μπάµπης και τρελαινότανε. Στην πρακτική εξάσκηση χρειαζότανε τη συνεργασία της Ναντίν που άνοιγε τα πόδια ξαπλωμένη ή στο όρθιο και ο Μπάµπης έµπαινε από κάτω, ακούμπαγε τη μύτη του στην κλειτορίδα της γκόµενας και µετά άρχιζε να δουλεύει µε τη γλώσσα. Αλλά το µυστικό ήτανε στην κλειτορίδα και στον τρόπο που ανοιγόκλεινε τα ρουθούνια και πίεζε µε τη μύτη που κόλλαγε σαν βεντούζα και βύζαινε. Η Ναντίν τον καθοδηγούσε και τον διόρθωνε και τέλος µ’ ένα απανωτό ρουθούνισµα ερχότανε ο οργασµός. Λοιπόν για να πούµε και του στραβού το δίκιο, ο Μπάμπης έγινε γρήγορα ξεφτέρι, λες κι ήτανε γεννημένος γι αυτό, άρχισε να παίρνει και τ’ απάνω του, πλακώθηκε και σε κάτι µάσες χοντρές, µπανιαρίστηκε, σενιαρίστηκε και να, την καθορισµένη µέρα σκάει στο Σανζ Ελυζέ µαζί µε τη Ναντίν στο µαγαζί ενός φίλου της. Ήτανε ένας Γιουγκοσλάβος δίµετρος, µε κάτι µπράτσα να, αλλά στους τρόπους ερχότανε λίγο γυναικωτός. Τον έκοψε τον Μπάμπη από πάνω ως κάτω και µετά τον ρώτησε πως τα πάει µε την κουλτούρα. Ο Μπάµπης άρχισε ν’ ανάβει, ο τρόπος του τύπου του την έδινε χοντρά, έριξε το κεφάλι πίσω, τέντωσε τη µύτη του µπροστά και κεραυνοβόλησε τον τύπο µε το πιο κακό βλέµµα.

«Μήπως πρόκειται να διδάξω σε σχολή κοινωνιολογίας, φιλάρα!» ρώτησε το γυναικωτό γορίλα κι έµεινε ευχαριστημένος από τον εαυτό του.

«Λοιπόν, µου κάνει» είπε τ’ αφεντικό στη Ναντίν, «αλλά θα πρέπει να µάθει και πέντε πράµατα προτού αρχίσει να δουλεύει στο µαγαζί, γιατί εδώ όπως ξέρεις έχουµε καλό κόσµο, να σκεφτείς ότι οι περισσότερες πελάτισσές µας είναι Αµερικάνες ή Γερμανίδες της καλής κοινωνίας, έρχονται συστημένες εδώ σε µας και µε τα λεφτά που πληρώνουνε έχουνε την απαίτηση να ευχαριστηθούνε κιόλας… »

«Καλά, δε µας λες, εδώ είναι το µπουρδέλο που µου ‘λεγε η Ναντίν ή µπας και µπήκαµε σε λάθος πόρτα».

«Νέε µου», µίλησε σοβαρά ο Μπόριτς «βλέπω ότι έχεις αρκετά να µάθεις. Έχω εμπιστοσύνη στη Ναντίν γιατί µου έχει φέρει ως τώρα τους καλύτερους άντρες µου, αλλά κι εσύ πρέπει  να δείξεις υποµονή. Μη στεναχωριέσαι, θα πληρώνεσαι και θα τρως αλλά για δυο βδοµάδες θέλω να στρώσεις τον κώλο σου κάτω και να µάθεις µερικά πράµατα που είναι απαραίτητα στη δουλειά µας».

«Ναι, µα εγώ είµαι ειδικός» αντέτεινε ο Μπάµπης, ενώ µε το δάχτυλο έδειχνε τη µύτη του.

«Άκου να δεις αγόρι µου» αγρίεψε ο γυναικωτός, «εδώ, όλοι µας είµαστε ειδικοί, ο καθένας µε τον τρόπο του, άλλος τον έχει ίσαµε το γόνατο, άλλος κοντό και χοντρό σαν τσιµινιέρα σε ποστάλι, άλλος αντέχει στο  πολύ ξύλο κι άλλος ψοφάει για να τον κατουράνε στο στόµα. Όπως βλέπεις, ο καθένας εδώ κάτι κάνει για να κερδίσει το ψωµί του αλλά το µαγαζί αυτό έχει και τη φήµη αριστοκρατικού µπουρδέλου και εννοεί να την κρατήσει. Λοιπόν, θ’ αρχίσεις τώρα αµέσως το µάθηµα. Πρώτα µασάζ, µετά ρυθµική τζάζ, µουσική, ξένες γλώσσες, πιάνο κ.τ.λ.».

Από κείνη την ηµέρα έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος και ο Μπάµπης έγινε ο υπ’ αριθµόν ένας στο µαγαζί. Η φήµη της µύτης του έχει περάσει πάνω από τους ωκεανούς και τις θάλασσες κι έχει φτάσει στα πέρατα του κόσµου. Πολλά λέγονται γι αυτόν. Κατά µία εκδοχή, ο Μπάµπης δεν είναι κανονικός άνθρωπος γιατί η µάνα του, µια κρεολή καλλονή, ζευγαρώθηκε κάποτε στον Αµαζόνιο µ’ ένα µυρµηγκοφάγο. Πολλές γυναίκες απ’ όλο τον κόσµο που δεν έχουν τα λεφτά που χρειάζονται, τα µαζεύουνε λίγα λίγα µε την ελπίδα κάποια µέρα ν’ αξιωθούν κι αυτές να πάνε στο Παρίσι και να γνωρίσουνε από κοντά τον άνθρωπο µε τη ΛΑΣΤΙΧΕΝΙΑ MΥTH. Εκεί στο Σανζ Ελυζέ, σ’ ένα πολυτελές δωμάτιο, ξαπλωμένος ηµίγυµνος σ’ ένα µαονένιο κρεβάτι, µε µικρούς βόστρυχους και δαχτυλίδια στα µαλλιά, παρφέν στο σώµα, κουρασµένες κινήσεις και νωχέλεια στη φωνή, φαντάζοντας σαν θεός, διηγείται την ιστορία της µύτης του. Δυο – τρεις γριέτζες µε ξαναµµένα µάτια ακούνε, ενώ τον χαϊδεύουν στ’ αχαµνά. Μιλάει για κάποια σκοτεινή ιστορία στο Ριάου Λίνγκα της Νέας Γουινέας. Για κάποιο θείο Ανέστη που είχε σουβλατζίδικο εκεί κάτω και τον υπηρέτη του τον πυγµαίο Μπούνα. Για τον Αλφρέντ Ζαρύ που αναφέρει κάποια πριγκίπισσα Ποµαρέ, που σηµαίνει ΦΑΤΟΥΤΟΜΑΤΙ, και τις ειδικές γαστρονοµικές της προτιμήσεις, για κάποιον Πολουκρέ – ΦΑΤΟΥΤΟΝΚΩΛΟ, που γνώρισε ο ίδιος και για την περιπέτειά του µε τη φυλή των ανθρωποφάγων που τον κρεµάσανε µε τσιγγέλι από τη μύτη και το πώς γλύτωσε µετά από πολλούς κινδύνους το θεσπέσιο αυτό απόκτηµα. Κι εδώ ο Μπάμπης µαλάζει τη μύτη του σαν να ‘ναι ένας τεράστιος φαλλός. Και πέφτει σ’ ένα γλυκό λήθαργο κι ενώ χαυνώνεται και χάνεται σε τσάγια µε χασίσια, το βλέµµα του σβήνει και µένουν σκοτεινά τα µάτια του και κοιτάζουν κάποια µικρή τρύπα στον τοίχο.

Εγώ, τραβάω την αυλαία και τον κρύβω από σας αφήνοντάς τον να συνεχίσει το παραµύθι του, την ιστορία του κονκισταντόρ σε ξεχειλωµένους γεροντικούς κόλπους νευρωτικών θηλυκών, ξέµακρος, µε µια µόνο φράση να µεγαλώνει στο µυαλό του «ΜΕ ΤΗ ΒΟΥΛΑ, ΟΛΑ ΤΑ ΣΦΑΖΩ, ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΩΝΩ … »

Φτωχή κωλοτρυπίδα κι αυτός, που παραδέρνει από ανηµποριά και θνησιµότητα όπως και κάθε άλλη κωλοτρυπίδα αυτής της γης, που µατώνει τα δάχτυλά της για να µπορέσει ν’ανοίξει την τρύπα και να ξεµυτίσει λίγο έξω.

 

ΤΕΟΣΡΟΜΒΟΣΤΡΙΑΦΕΓΓΑΡΙΑΣΤΗΝΠΛΑΤΕΙΑ1984

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s