Ο Ζαν Λικ Γκοντάρ και τα Αεροπλάνα του Jefferson

Standard

 pierrot-le-fou-godard18

                       Pierrot le fou (1965)

Ήταν σίγουρα μια τρελή εποχή που μας συνεπήρε όλους, ώσπου ο Τρελός Πιερό έζωσε το κεφάλι του με εκρηκτικά και τα πυροδότησε…

Ο Γκοντάρ, αχ, εκείνος ο Γκοντάρ, τότε!

Το τρομερό παιδί της Νουβέλ Βαγκ, που ήδη από τα χρόνια του 1950 γράφει στα Cahier du Cinema του Αντρέ Μπαζέν κριτική κινηματογράφου.

Στα 1965, καταξιωμένος σκηνοθέτης πλέον, αφού πέρασε μια γεμάτη δεκαετία γυρίζοντας ακατάπαυστα ταινίες, έχει πίσω του 13 ταινίες μεγάλου μήκους (2 ταινίες κάθε χρόνο) και 4 ακόμη μικρού μήκους. Είναι 35 χρονών και έχει χωρίσει από την Άνα Καρίνα, όταν τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς συναντά στα γυρίσματα της ταινίας Au hasard Balthazar, του Robert Bresson, δασκάλου των σκηνοθετών της νουβέλ βαγκ, τη 18χρονη πριγκίπισσα Ανν Βιαζέμσκι, εγγονή του νομπελίστα συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ, που τον κοιτάζει μ’ εκείνο το ονειρώδες μισάνοιχτο στόμα σαν να του υπόσχεται τις πιο μεθυστικές γεύσεις και κείνος την ερωτεύεται παράφορα. Μετά από μια πολύμηνη πολιορκία, τον Ιούνιο του 1966, εκείνη ενδίδει γράφοντάς του μάλιστα και μια ερωτική επιστολή.

Η Ανν Βιαζέμσκι μόλις έχει μπει στο Πανεπιστήμιο της Nanterre και είναι χάρη σε εκείνη που ο Γκοντάρ γνωρίζεται με την ομάδα των μαοϊκών φοιτητών που θα χρησιμεύσουν ως φόντο στην Κινέζα του (La chinoise), που γυρίζει με την Ανν Βιαζέμσκι και τον Ζαν Πιερ Λεό. Με τη Άνν παντρεύτηκαν τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, 1967.

Ο Γκοντάρ, πειραματιζόμενος από ταινία σε ταινία, δεν έκανε ποτέ κινηματογράφο συμβατικό και οι ταινίες του παρέμειναν πάντα εχθρικές σε φορμαλισμούς και σενάρια με τον τρόπο που γινόταν μέχρι τότε στην κινηματογραφική βιομηχανία. Το αυθόρμητο και το απρόβλεπτο ήταν κυρίαρχα σε όλη τη διάρκεια των ταινιών του, οι αφηγούμενες ιστορίες αντισυμβατικές, ανατρεπτικές, σχεδόν επαναστατικές, ο αυτοσχεδιασμός τού σκηνοθέτη αλλά και των ηθοποιών του δεδομένος.

Ήταν το 1967, τη χρονιά πριν το Μάη, που ο ελευθεριακός Jean-Luc Godard προσχώρησε στο μαοϊσμό. Πολλοί γύρω του έλεγαν, «Η επανάσταση έρχεται και δεν πρέπει με τίποτα να τη χάσουμε…» Εκείνη τη χρονιά ο Γκοντάρ γυρίζει την Κινέζα και το Week End.

Η Κινέζα αναφέρεται στη δεκαετία του 1960, με όλο το θίασο των αριστερίστικων ρευμάτων της εποχής εκείνης, και αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας νεαρών Μαοϊκών και το πώς βλέπουν την κατάντια της Οκτωβριανής επανάστασης, της γραφειοκρατικής Σοβιετικής Ένωσης, την κλιμάκωση των αμερικανικών στρατιωτικών δραστηριοτήτων στην ολοένα και πιο ασταθή περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας, και, ιδιαίτερα, την Πολιτιστική Επανάσταση που διεξήγαν οι ερυθροφρουροί του Μάο Τσε Τουνγκ στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η ταινία είναι εμποτισμένη από τις ιδέες των Γάλλων νεομαρξιστών Αλτουσέρ, Λακάν και Καστοριάδη.

Με τις δυο ταινίες που κάνει αυτή τη χρονιά, που είναι τα πρώτα έργα της μαοϊκής περιόδου του (La Chinoise και το Weekend, το 1967 και τα δύο)  ο Γκοντάρ επιζητεί την επανάσταση στον κινηματογράφο αλλά και την κοινωνική επανάσταση. Η εργατική τάξη δεν είναι πλέον η πρωτοπορία της επανάστασης, οι βιομηχανικοί εργάτες είναι απόλυτα αλλοτριωμένοι μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης, η πρωτοπορία βρίσκεται μέσα στα πανεπιστήμια και είναι οι εν δυνάμει εξεγερμένοι νέοι άνθρωποι, επομένως η επανάσταση φαίνεται ότι θα γίνει από τους διανοούμενους φοιτητές που είναι τα παιδιά της αστικής τάξης.

Ο Γκοντάρ εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του αλλά η πολυαναμενόμενη Κινέζα δεν είχε και πολύ καλή υποδοχή. Οι κριτικές υπήρξαν μάλλον θετικές, αλλά οι στρατευμένοι αριστεριστές Μαοϊκοί έγιναν έξαλλοι θεωρώντας  την ταινία προβοκατόρικη, αφού τους παρουσίαζε σαν γόνους της αστικής τάξης που έκαναν επαναστατικά παιχνίδια το Μάη του 1968.

Η χρονιά αυτή υπήρξε χρονιά-ορόσημο για την καριέρα του Γκοντάρ που αποφασίζει να απομακρυνθεί από τον συνήθη τρόπο παραγωγής ταινιών. Αφού λοιπόν  το ανακοινώνει στους συνεργάτες του και πρώτα στον σπουδαίο οπερατέρ με τον οποίο συνεργάστηκε από την αρχή, τον Ραούλ Γκουτάρ, ξεκινάει τη συνεργασία του με άλλους κινηματογραφιστές.

Αποκηρύσσοντας το ρόλο του δημιουργού προσανατολίζεται στον επαναστατικό κινηματογράφο με έναν αφελή διαφωτιστικό διδακτισμό για τις “μάζες” που ενυπάρχει ήδη στην Κινέζα του και στο WeekEnd και έτσι θα συνεχίσει δουλεύοντας ομαδικά μέχρι το 1972, που γίνεται το Τout va bien, η τελευταία ταινία της μαοϊκής περιόδου του.

Ήδη κατά τη διάρκεια του Μάη του 68 μαζί με άλλους σκηνοθέτες, τον Φιλίπ Γκαρέλ και τον Κρις Μαρκέρ, συμμετέχει στις μέρες και στις νύχτες του Μάη  φιλμάροντας τα γεγονότα μέσα στα κατειλημμένα πανεπιστήμια, εργοστάσια,  θέατρα και στους δρόμους του Παρισιού και κάνοντας 3λεπτες ταινίες-προκηρύξεις.

Και στη συνέχεια γυρίζει διαρκώς ταινίες στρατευμένες. Αμέσως μετά τα γεγονότα του Μάη, τον Αύγουστο, παρουσιάζει στην τηλεόραση το  Gai Savoir μια ταινία που του έχουν παραγγείλει, αλλά οι παραγωγοί αρνούνται να την προβάλλουν, ενώ απαγορεύεται και η προβολή της στους κινηματογράφους.

jefferson airplanes0

Την 1η Νοέμβρη του 1968, ο Jean-Luc Godard βρίσκεται στις ΗΠΑ για τα γυρίσματα της νέας του ταινίας One AM, γνωστής και ως One American Movie  που δε θα τελειώσει ποτέ από τον ίδιο.

Εκεί, στη Νέα Υόρκη, στήνει το σκηνικό για να κινηματογραφήσει τη συναυλία  των Jefferson Airplane που θα γίνει στη στέγη του γνωστού ξενοδοχείου Schuyler, γωνία 57 West και 45th Street, στο Μανχάταν. Στο νεοαποικιακό αυτό κτίριο είχε μείνει το 1943 και η Μπίλι Χολιντέι με το φίλο και συνεργάτη της Λέστερ Γιανγκ.

Ο Γκοντάρ έχει γεμίσει κάμερες την περιοχή, τα απέναντι κτίρια, τους δρόμους μπρος από το ξενοδοχείο. Ουδείς βεβαίως από τους παραγωγούς του και τους μάνατζερ του συγκροτήματος δεν μπήκε στον κόπο να ζητήσει κάποια άδεια αλλά ούτε και ο Γκοντάρ ζήτησε από κάποια υπηρεσία την άδεια για να κινηματογραφήσει το συμβάν.

Βλέπουμε τον Γκοντάρ σ’ ένα παράθυρο στα γραφεία των Leacock και Pennebaker, των γνωστών κινηματογραφιστών του direct cinema, να κάνει αλαφιασμένος νοήματα στην αντικρυνή κάμερα που βρίσκεται στο Schuyler Hotel, να χαμηλώσει και να τραβήξει τον κόσμο και τις αντιδράσεις του κάτω στους Σαρανταπέντε δρόμους της Νέας Υόρκης, τον βλέπουμε να δίνει το σύνθημα για να αρχίσει η συναυλία των Jefferson Airplane που βρίσκονται έτοιμοι αντίκρυ στη στέγη του ξενοδοχείου Schuyler.

Μέχρι την προηγούμενη χρονιά είχε πάντα κοντά του τον καταπληκτικό οπερατέρ Ραούλ Γκουτάρ για να του βάζει τις φωνές και να ζητάει το αδύνατο από εκείνον.

Εκείνη την ημέρα όμως, στη συναυλία, φιλμάρει ο ίδιος. Χρησιμοποιεί την κάμερα σαν σκούπα, σαν μπαγκέτα μαέστρου, εντελώς άκομψα, μια κάμερα που τα σαρώνει όλα, τα κλωθογυρίζει και μαζεύει στιγμιότυπα από το δρόμο με κατάπληκτους νεοϋορκέζους, κρεμασμένα στα παράθυρα των κτιρίων ζευγάρια που μόλις παρατήσανε το πρωινό πήδημα για να δουν τι συμβαίνει εκεί έξω, γέρους συνταξιούχους, πλέι μπόι και χρηματιστές, και πράγματι αναδεικνύεται σε καταπληκτικό καμεραμάν, γιατί η λήψη έχει ρυθμό, έχει το ρυθμό μιας μεγαλούπολης που ασφυκτιά από πλήξη, έχει το ρυθμό του αιφνιδιασμού, έχει το χάρισμα…

jefferson airplanes3

Οι Jefferson Airplane απογειώθηκαν. Φαίνεται πως αυτοί οι βρωμεροί χίπις από το Σαν Φραντζίσκο με τα σανδάλια, με τη λίγδα από τις φούντες και τα χασίσια πάνω τους και την ελευθερογαμία στα μυαλά τους θέλησαν να δώσουν μια πνοή ελευθερίας στο σκλαβοπάζαρο της μεγαλούπολης, ένα ελεύθερο κονσέρτο μουσικής καταμεσής στο Μανχάταν, εκείνη την ψυχρή μέρα της 1ης Νοέμβρη του 1968. Και αμέσως η μπάντα αρχίζει να παίζει το αποκαλυπτικό The House at Pooneil Corners, ένα τραγούδι γεμάτο ιμπρεσιονιστικές εικόνες ενός απόλυτου τέλους, περιγραφή του εφιάλτη της ατομικής σύρραξης, ένας πίνακας που περιγράφει την ίδια την κόλαση…

Η αστυνομία της Νέας Υόρκης έφτασε μετά από λίγο και αμέσως τράβηξαν το βύσμα του ήχου από την κονσόλα κι έγιναν οι αναμενόμενες συλλήψεις.

Ο Γκοντάρ τους επόμενους μήνες, το 1969, παράτησε τα γυρίσματα για το πρότζεκτ One AM, και αργότερα ασχολήθηκε με το υλικό ο D.A. Pennebaker ο οποίος και το μοντάρισε χρησιμοποιώντας και πλάνα από τα γυρίσματα της ταινίας με τον ίδιο τον Γκοντάρ και άλλαξε επίσης και τον τίτλο της ταινίας από One AM (Μία το πρωί), γνωστό επίσης και ως One American Movie σε  One PM (Μία το μεσημέρι), ή One Parallel Movie. Τελικά το φιλμ βγήκε στις αίθουσες το 1972…

Ο γάτος που χάνεται στο σκοτάδι…

 

 Jean Luc Godard / Jefferson Airplane

Jefferson Airplane – House at Pooneil Corners – Manhattan Rooftop Concert (1968)

 

 

‘One American Movie’: Jean Luc Godard’s abandoned Sixties manifesto

http://dangerousminds.net/comments/one_american_movie_jean_luc_godards_abandoned_sixties_manifesto

Για το τραγούδι “House at Pooneil Corners”,  εδώ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s