Ο μπαμπάς άρκαλος

Standard

 

badgerτου Στέλιου Παπαγρηγορίου

Είχε αρχίσει να παχαίνει εκείνη τη χρονιά, λίγο μετά το χειμώνα, τον Μάρτιο, όταν ο μπαμπάς της βρήκε ένα αδέσποτο γκριφονάκι (καθόταν στην αυλή τους προσεχτικό και απαιτητικό σαν άνθρωπος) και το υιοθέτησε, όταν μία έλλειψη βαρύτητας εισχώρησε μέσα στο αίμα της Σοφίας, ένας εσωτερικός αέρινος στρατός από ένα σύνολο αόρατων βακτηρίων και κάπου το φθινόπωρο, πριν από τα εικοστά τέταρτα γενέθλια της, ήταν που η καρδιά της, η μικρή και κουρασμένη εστία της, εγκαταλελειμμένη για χρόνια τώρα και λίγο εξαφανισμένη, άρχισε να μεταμορφώνεται σε ένα κοίλο και ελαχίστως φουσκωμένο μπαλόνι.
Αυτό δεν ήταν θλίψη, δεν υπήρχαν συναισθήματα καταστροφής ή απελπισίας, καμία σχέση με την αίσθηση της κατάθλιψης όπου αργά αλλά σταθερά συνειδητοποιούσες πως πιθανότατα είχες πολύ άσχημα και κακέντρεχα παρεξηγηθεί από τον κόσμο, αλλά περισσότερο μία μη έντεχνη και κοινή μορφή μοναξιάς, κάτι το οποίο ήταν μη ενδιαφέρον, πραγματικό και έτοιμο να διδαχθεί στα δημόσια σχολεία, όπως ζωγραφιές με τεράστια γράμματα της αλφαβήτας, καρτούλες με ζώα, τεράστια χρωματιστά τουβλάκια που έπρεπε να βάλεις στη θέση τους ή σαν μερικές πολύ ρεαλιστικές φωτογραφίες του εαυτού σου που περιμένει στην άκρη του δρόμου έχοντας ήδη αγοράσει το δείπνο του το οποίο αποτελείται από σουβλάκι, πατάτες τηγανιτές και κόκα κόλα, κοιτώντας μέσα από το παρμπρίζ του αυτοκινήτου του το κενό ανάμεσα στο μαγαζί με τα σουβλάκια και ένα περίπτερο με κατεβασμένα ρολά βαμμένα με κόκκινα συνθήματα από αριστερές οργανώσεις.
«Δεν θέλω να τους σερβίρω» είπε η Σοφία στο αφεντικό της τη Ρένια στην καφετέρια. «Μπορείς να το κάνεις εσύ σε παρακαλώ;». Όταν η Σοφία βρισκόταν δίπλα σε ένα άτομο σαν τη Ρένια, που μία φορά είπε σε μία πιατέλα με μικρά σάντουιτς πως επρόκειτο να τα απολύσει λέγοντας το ακόμα και στους πελάτες πως “πρόσεξε καλά, μόλις απέλυσα μία πιατέλα με μικρά σάντουιτς, δεν ξέρεις τι είμαι ικανή να κάνω”, είχε την τάση να είναι «κάπως» παιχνιδιάρα και υποστηρικτική, γύρω όμως από άλλους ανθρώπους συνήθιζε να νιώθει σουρεαλιστικά καθυστερημένη ή απλώς χυδαία παρανοϊκή.
«Θα σε απολύσω» είπε η Ρένια. «Περίμενε μισό λεπτό, θα σου κάνω προαγωγή καλύτερα».
«Τότε θα μπορώ να απολύσω τον εαυτό μου» είπε η Σοφία. «Ναι, αυτό είναι, απλώς θα απολύσω τον εαυτό μου».
Είχε δουλέψει παλιότερα για μία αλυσίδα εστιατορίων fast food και ήταν ντυμένη χάμπουργκερ, στη μέση του δρόμου στο κέντρο του Ηρακλείου, χορεύοντας και κρατώντας μία ελαφρώς ασαφής και αμφιλεγόμενη ταμπέλα που έγραφε Ζουμερό, Αφράτο, Φτηνό – Φάε με. Πιτσιρικάδες περνούσαν από μπροστά της και την έκαναν ντου γελώντας και κλωτσώντας το τεράστιο χάμπουργκερ κουστούμι της στον κώλο. «Μα ναι, είναι αλήθεια, με αυτά τα παιδιά πηγαίναμε μαζί στο σχολείο, γυμνάσιο, αλλά πάντα έκαναν πως δεν με ήξεραν, ακόμα και μεταξύ τους έκαναν πως δεν ήξεραν ο ένας τον άλλο, τόσο γάμησε τα ήταν» είπε η Σοφία στη Ρένια.
«Εντάξει, εσύ θα σερβίρεις τον κεφάλα στ’ αριστερά και εγώ θα αναλάβω τους μαλάκες που πηγαίνατε μαζί στο γυμνάσιο» είπε η Ρένια.
«Σιχαίνομαι όταν οι άνθρωποι λένε τους άλλους ανθρώπους “μαλάκες”» είπε η Σοφία.
«Κοίτα με, διευθύνω ένα μαγαζί που πουλάει καφέδες και σάντουιντς όλο το 24ωρο, λέω στον γκόμενο μου πως είναι ένας μαλάκας και μισός κάθε μέρα, το έκανα και σήμερα. Ποιος θέλει να επιτύχει στη ζωή; Κανένας» είπε η Ρένια.
«Μμμ..είμαι σερβιτόρα στον Κρητικό Φούρνο και εσύ είσαι η προϊσταμένη μου και είσαι ένα χρόνο πιο μεγάλη από μένα και γενικώς πολύ πιο επιτυχημένη στη ζωή» είπε η Σοφία. Ήξερε όμως πως με το να πει κάτι τέτοιο δεν θα έβγαζε και πολύ νόημα αλλά το είπε έτσι κι αλλιώς με την πίστη πως η ίδια δεν μπορούσε να λειτουργήσει σε πραγματικό χρόνο, ιδιαίτερα όταν την αποσπούσαν, όπως τώρα, και πίστευε πως η Ρένια ήταν τόσο μικροσκοπική και τόσο όμορφη, σχεδόν σαν παιδί, σε αντίθεση με την ίδια που ήταν πιο στρογγυλεμένη, μεσαίου μεγέθους με έναν δυσνόητο τρόπο, ειδικά όταν είχε πιεί καφέ, αλλά ποτέ δεν πίστεψε στην ουσία πως ήταν ελκυστική ή μυστήρια, αντιθέτως ήταν δυσανάλογη, σαν να έπασχε από μία μόνιμη έλλειψη βιταμινών, ελαφρώς μεταλλαγμένη και υπερβολικά ενήλικη για την ηλικία της.
«Γιατί λες εκείνο τον τύπο κεφάλα;» ρώτησε η Σοφία.
Η Ρένια την πλησίασε και όπως πάντα, όταν κάποιος την πλησίαζε, άρχισε να αισθάνεται σαν χρυσόψαρο που φουσκώνει και νιώθει ευαίσθητο και έτοιμο να σκάσει. Η Ρένια την αγκάλιασε. «Ηρέμησε κορίτσι μου» είπε η Ρένια και κάτι μέσα στο στήθος της Σοφίας, μαύρο και βαρύ σαν εκκρεμές που αιωρείται, άρχισε να αιωρείται λίγο ακόμα και μετά ξεκόλλησε από τη θέση του και έπεσε και στο άδειο λεπτό που ακολούθησε (ήταν από εκείνα τα λεπτά που μπορούσες να δραπετεύσεις από τον εαυτό σου, να χαλαρώσεις μέσα σε έναν άγνωστό κόσμο και να ξαναγυρίσει όπως εσύ ήθελες να είσαι και όχι όπως ο κόσμος ήθελε να είσαι) η Σοφία είχε την αίσθηση πως η Ρένια ήταν ένα πολύ καλό και στοργικό άτομο και ένιωσε έτοιμη να κλάψει ή τουλάχιστον να πει κάτι σημαντικό. Τελικά η Ρένια πισωπάτησε και την άφησε από την αγκαλιά της. Η Σοφία δίστασε και δεν είπε τίποτα. Πήγε να σερβίρει τον κεφάλα. Τον κοίταξε, το κρανίο του έκρυβε μία μυστική πραγματικότητα και σκέφτηκε πως πιθανότατα θα είχε περισσότερους φίλους εάν δεν είχε τόσο μεγάλο κεφάλι και δεν θα έτρωγε μόνος του Σάββατο βράδυ.
Πήρε την παραγγελία του και χάζεψε για λίγο τριγύρω (πάντα αισθανόταν πως χάζευε τριγύρω, ακόμα και στη δουλειά και αυτό το θεωρούσε πολύ λάθος με έναν βαθειά εγκεφαλικό τρόπο), τον σέρβιρε και παρακολούθησε τους παλιούς συμμαθητές της να φεύγουν χωρίς να πληρώσουν.
«Κοίτα, εκείνοι οι τύποι που πηγαίναμε μαζί στο σχολείο μας έκλεψαν» είπε η Σοφία στη Ρένια.
Η Ρένια γέμιζε ένα τεράστιο ποτήρι γεμάτο ροζ γρανίτα παγωτό. «Κυνήγα τους» είπε. «Τώρα είναι η ευκαιρία σου να τους βρίσεις, σοβαρολογώ, τρέχα, είναι τρομερή ευκαιρία, ρίχτους καμία χριστοπαναγία, θα νιώσεις καλύτερα».
Έξω, εκείνοι πήγαιναν στο παρκινγκ και έμπαιναν μέσα σε ένα αυτοκίνητο και η Σοφία τους ακολουθούσε με γρήγορο βήμα σαν να κάνει βάδινγκ ή κάτι τέτοιο. Αισθανόταν κουρασμένη αλλά ήθελε να ουρλιάξει χριστοπαναγίες. Ίσως να τους έλεγε γαμώ το σταυρό σας. Ήθελε να τους κάνει κωλοδάχτυλα και με τα δύο χέρια. Ο αέρας ήταν ζεστός και τα πάντα ήταν ήσυχα έξω και δεν ήθελε άλλο να του κυνηγάει. Σκέφτηκε όμως πως θα φαινόταν παράξενη να κάθεται στη μέση του πάρκινγκ και να τους κοιτάει με ένα κενό βλέμμα στο πρόσωπο. Θα έλεγαν πως σταμάτησε να τρέχει γιατί ήταν χοντρή. Έτρεξε κοντά στο αυτοκίνητο και ένας από αυτούς έβγαλε το κεφάλι του από το τζάμι και ούρλιαξε κάτι. Η φωνή του έσπασε. Το στόμα του έμεινε ανοιχτό και η Σοφία έμεινε να ψάχνει για τα δόντια του. Δεν υπήρχαν δόντια παρά μόνο ένα μαύρο κενό.
Πίσω στον Κρητικό Φούρνο η Ρένια είπε πως θα πλήρωνε εκείνη.
«Εγώ θα πληρώσω. Νόμιζαν πως έκανα πως δεν τους ξέρω» είπε η Σοφία.
«Όχι εγώ θα πληρώσω» είπε η Ρένια.
«Εντάξει» είπε η Σοφία.
«Θα πληρώσω τα μισά. Θα μου πεις που μένουν για να κάνουμε βανδαλισμούς στα σπίτια τους» είπε η Ρένια.
«Δεν ξέρω».
«Θα κατουρήσουμε μέσα στα γραμματοκιβώτια τους».
«Αυτό είναι καλό. Όταν κάνεις βανδαλισμό επειδή έχεις δίκιο είναι καλό» είπε η Σοφία.

badger 2
Η μητέρα της Σοφίας τους είχε εγκαταλείψει όταν η Σοφία πήγαινε στην τρίτη δημοτικού. Είχε αφήσει και σημείωμα. Η Σοφία την είχε δει να στέκεται στην αυλή και να μπαίνει στο αυτοκίνητο της χαμογελαστή. Καταγόταν από μία οικογένεια που όλοι χαμογελούσαν και έκαναν γκριμάτσες ο ένας στον άλλο. Εκείνη τη νύχτα η Σοφία είχε χαμογελάσει όταν είχε δει τη μαμά της να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Δεν ήξερε που πήγαινε. Δεν ήταν και τόσο πολύ λυπηρό (αν εξαιρέσεις πως όλα τα πράγματα είναι λίγο λυπηρά) μιας και οι τρεις τους ποτέ δεν ήταν δεμένοι σαν οικογένεια, παρά μόνο ζούσαν μία ζωή «μουρμουριστή», σαν όλη την ώρα να ζούσαν από έξω προς τα μέσα και όχι το ανάποδο. Οι καρδιές τους, υγρές μέσα στο οστέινο κουτί των πλευρικών οστών, τις περισσότερες στιγμές (απογεύματα κυρίως ή κάποια πρωινά) αισθάνονταν κουρασμένες και υπερθερμαινόμενες και μετά αεράτες ή ντελικάτες, έστρεφαν τις βαλβίδες τους προς τα πάνω, σαν να ήταν έτοιμες να πετάξουν, αφού είχαν συνειδητοποιήσει πως η ζωή ήταν κάπου αλλού ή απλά νόμιζαν πως οι υπηρεσίες που προσέφεραν δεν ήταν για εκείνους τους ανθρώπους μέσα στους οποίους τώρα βρίσκονταν, αλλά για κάποιους άλλους, για κάποια ιστορικά πρόσωπα που είχαν ήδη πεθάνει και είχαν πολτοποιηθεί μέσα σε έναν πράσινο ωκεανό πίστης, και λυπημένες τώρα και γνωρίζοντας το ξαφνικό πέρασμα του χρόνου, αισθανόντουσαν εξαπατημένες, σαν κάποιος να τους είχε ξεγελάσει.
«Έπρεπε να είχες γίνει κυνηγός επικηρυγμένων ή κάτι τέτοιο» είπε η Σοφία στη Ρένια.
Στο σχολείο αισθανόταν νευρική γύρω από άλλους ανθρώπους και περνούσε την ώρα της στο ίντερνετ. Είχε αρχίσει να τραυλίζει λίγο. Ο πατέρας της τα Χριστούγεννα – ο οποίος ήταν τύπος που δίνει κάρτες και δεν κάνει δώρα σε κανέναν, ούτε στην Σοφία – παράγγειλε τις κασέτες για την αντιμετώπιση του άγχους και της κοινωνικής «αμηχανίας» και τις έβαλε στο δωμάτιο της, πίσω από τα βιβλία της, πάνω στο γραφείο, σαν να ήταν ένα καινούριο, μικροσκοπικό και όμορφο κατοικίδιο ζωάκι.
Υποτίθεται πως τις άκουγες και έπρεπε να κάνεις τις ασκήσεις που σου έλεγε και να κάνεις διάφορες «αποστολές» και έτσι θα γινόσουν περισσότερο εξωστρεφής και κοινωνικά δραστήριος. Η Σοφία έκλαψε όταν τις πρωτοείδε πίσω από τα τέλεια τακτοποιημένα της βιβλία για το σχολείο. Δεν το συζήτησαν με τον πατέρα της. Παρόλο που η Σοφία άκουσε και τις είκοσι κασέτες και έκανε ακριβώς αυτό που της έλεγαν – να κάνει καθημερινές συζητήσεις με αγνώστους όταν περίμενε σε κάποια ουρά ή στο λεωφορείο, να πηγαίνει σε εμπορικά κέντρα και να κοιτάει ανθρώπους στα μάτια, να καλεί καταστήματα για να δοκιμάζει τη φωνή της – τίποτα στην ουσία δεν είχε αλλάξει και όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο στο Ρέθυμνο, ήταν μονίμως νυσταγμένη στο κρεβάτι και η ζωή της σχηματιζόταν και διαλυόταν μπροστά της, σαν ένα πολύ μακρινό και φαντασμαγορικό μάτι να είχε δει τι πραγματικά ήταν, την είχε προσπεράσει σαν να ήταν μία ψευδαίσθηση, άκουγε την ίδια της τη φωνή μέσα στο μυαλό της να της λέει πως το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να κουλουριαστεί κάτω από κάποιο τερατώδες κτίριο και να πεθάνει από το κρύο, και πως αυτή της η πράξη θα ήταν η τελευταία της ειρωνική δήλωση προς τον κόσμο.
«Θα γράψουμε ακροαριστερά συνθήματα με αλφάδια στους τοίχους του σπιτιού τους» είπε η Ρένια. «Όταν πηγαίναμε στο λύκειο το κάναμε κάθε μέρα. Για πλάκα, στο δρόμο, χωρίς να είμαστε πολιτικοποιημένοι ή κάτι τέτοιο, απλά μας άρεσε ο τόνος των συνθημάτων και φυσικά το αλφάδι που το λατρεύαμε» είπε η Ρένια.
Μετά το πανεπιστήμιο και με την ανώτερη μόρφωση της μη εξομοιωθείσα και τονωμένη σαν χρωματιστό, εξωτικό, δηλητηριώδες ψάρι – χτυπούσε, έφευγε και μετά δεν επέπλεε παρά μόνο πνιγόταν γιατί ήθελε να αυτοκαταστραφεί – μέσα στη φωτισμένη λιμνούλα του μυαλού της, η Σοφία γύρισε πίσω στο πατρικό της στο Ηράκλειο, άρχισε να τρώει πράγματα και να κάθεται χωρίς να κάνει τίποτα για ένα ολόκληρο χρόνο και μετά, σαν δικαιολογία για να κάνει νέους φίλους και να βγαίνει περισσότερο, έπιασε δουλειά στον Κρητικό Φούρνο σαν σερβιτόρα.
Αυτό είχε γίνει το Νοέμβριο και τώρα ήταν Μάρτιος και η Σοφία – το φως μέσα στο μυαλό της τελευταία ήταν χωρίς εξωτικά ψαράκια ή άλλη μορφή ζωής παρά μόνο ένα γκρι, αόρατο και ύπουλο πλάσμα, σαν τον τέρας του Λοχ Νες που έκανε ρόδα και κατακόρυφο κατά καιρούς και μετά πάλι εξαφανιζόταν γελώντας – ακόμα αισθανόταν νευρική όταν ήταν να πάει στη δουλειά, τις περισσότερες ημέρες έπρεπε να κάθεται στο αυτοκίνητο της και να αναπνέει βαθειά από το διάφραγμα της (μικρές αναπνοές που τύλιγαν την καρδιά της) πριν μπει μέσα για να πιάσει δουλειά. Ήταν όμως ικανοποιημένη που είχε κάποια κοινωνική συναναστροφή, γιατί αισθανόταν πως έτσι δεν έχανε τον εαυτό της ολοκληρωτικά, μιας και κάποιος, όπως πίστευε η ίδια, μπορούσε να το κάνει αυτό, να πετάξει δηλαδή τη ζωή του πάνω σε ένα λόφο με σκουπίδια, σαν να ήταν ένα κομμένο νυχάκι από το χέρι της. Κάποιος μπορούσε να εκδιωχθεί από την ίδια του τη ζωή και μετά θα ήταν αναγκασμένος να βρει μία άλλη. Δεν θα ήταν όμως το ίδιο καλή με την προηγούμενη. Μερικές φορές όμως μπορεί εκείνη η καινούρια ζωή να ήταν καλύτερη από αυτήν που ζούσε τώρα, τόσο καλύτερη που να μην θυμάται όλα τα δεινά που είχε περάσει σε εκείνη την παρελθούσα και πλέον αφηρημένη μορφή της παλιάς του ζωής.
Μετά τη δουλειά, η Σοφία δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι και έτσι τηλεφώνησε στον πατέρα της. «Θα πάω στου Χαλκιαδάκη πρώτα» είπε η Σοφία. «Μπορεί να πάρω και τίποτα καινούρια ρούχα από το Zara». Ένα καπέλο. Αυτό ήταν που της έλειπε, ένα καπέλο. «Μπορεί να περάσω κι από κανένα βιβλιοπωλείο, γι’ αυτό μην ανησυχήσεις».
Ο πατέρας της είπε πως βρήκε ένα άσπρο σκυλάκι στο σπίτι και είπε κάτι για το χρηματιστήριο και να του νοίκιαζε καμιά ταινία όπως ερχόταν.
Στο Zara τα πάντα ήταν φωτισμένα με ένα πολύ χειρουργικό φως, αλλά τόσο φτηνά φτιαγμένα με λεπτό πάνελ (τα ράφια και οι πάγκοι) και όλα φωσφόριζαν σαν να ήταν όλα μέρος κάποιου τηλεοπτικού προγράμματος ή η αποθήκη κάποιου διαστημοπλοίου εξωγήινων. Η Σοφία αισθανόταν σαν να μην έχει σώμα και μπήκε βαθειά μέσα στο τμήμα με τα παπούτσια, μετά ξαναγύρισε στο αυτοκίνητο της χωρίς να έχει αγοράσει τίποτα και αδήγησε μέχρι το Χαλκιαδάκη απ’ όπου αγόρασε ένα DVD του πατέρα της. Πολύ σκληρός για να πεθάνει 3. Το είχε αγοράσει από τον πάγκο με τις προσφορές και όταν πρωτοείδε τον πάγκο ήθελε να πηδήξει πάνω του σαν παιδί και να παίξει κουτσό πάνω στον πάγκο μαζί με τις φίλες της και μετά όλοι μαζί να φάνε τα DVD μέσα από τον πάγκο. Σκέφτηκε πως την είχε δει την ταινία μία νύχτα στο Ρέθυμνο, μόνη της από τον φορητό της υπολογιστή μιας και την είχε κατεβάσει από torrent την ίδια νύχτα αλλά είχε αισθανθεί πως έβλεπε κάτι άλλο και όχι την συγκεκριμένη ταινία με τον Μπρους Γουίλις, παρά μόνο μία ταινία για κάποιον που υποφέρει υπαρξιακά και υποφέρει διαρκώς, σε όλη του τη ζωή μέχρι που κάποιος τελικά τον πυροβολεί στο στήθος δύο φορές.
«Αυτή η ταινία είναι φοβερή» είπε η ταμίας.
«Αχά» είπε η Σοφία.
«Αυτή η ταινία είναι σε προσφορά, μετά αν πάρεις πέντε πράγματα μαζί όλα είναι δωρεάν» είπε η ταμίας.
«Αχά» είπε η Σοφία και σχεδόν είπε «γαμώ». Όπως όταν ήταν πίσω στο πανεπιστήμιο που όταν της έλεγαν κάτι εκείνη έλεγε πάντα αχά και μετά από λίγο γαμώ χαμογελώντας ανεξέλεγκτα. Ήταν ο δικός της τρόπος στο να πει δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάς ή για το πως θα έπρεπε να απαντήσω αλλά είμαι σίγουρη πως άλλοι άνθρωποι θα ξέρουν και γενικά εγώ φταίω και όχι εσύ και μην με παρεξηγείς που χαμογελάω, δεν είναι πως δεν ενδιαφέρομαι για αυτό που λες απλά προσπαθώ να είμαι ευγενική μαζί σου.
Στο παρκινγκ, είχε παρκάρει σε μία σκοτεινή γωνία, μπήκε στο αυτοκίνητο της και ξάπλωσε το κάθισμα και άρχισε να ακούει μουσική από το ipod της. Έξω υπήρχε ένα χαντάκι, ένα δέντρο, μία γέφυρα και άλλο ένα παρκινγκ πιο πέρα. Ήταν πολύ σκοτεινά και σκέφτηκε πως τώρα ο μπαμπάς άρκαλος θα ήταν μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα του μέσα στους θάμνους λίγο πιο πέρα, προς τον Γιούχτα, καθώς ανεβαίνεις την Ούλαφ Πάλμε, και σε λίγο ίσως να έβγαινε για να πάει να κυνηγήσει και να φέρει τροφή στο σπίτι. Η Σοφία σκέφτηκε πως εάν πατούσε ποτέ άρκαλο θα αισθανόταν θλίψη και σίγουρα θα τον πήγαινε σε κάποιο εφημερεύον κτηνίατρο για να τον σώσει και να του κάνει κάποιο χειρουργείο. Μετά ο μπαμπάς άρκαλος ίσως να την αγαπούσε και επιτέλους εκείνη η στιγμή θα κατέρριπτε όλες τις εικασίες που ήθελαν τους άρκαλους άγριους και επιθετικούς και θα τον έβγαζε βόλτα τα απογεύματα που δεν θα είχε να πάει στη δουλειά και ο μπαμπάς άρκαλος θα έφερνε και την οικογένεια του να μείνει μαζί της και με τον δικό της πατέρα και όλοι μαζί θα ήταν ευτυχισμένοι.
Η Σοφία σκέφτηκε πως η ζωή δεν ήταν τίποτα παραπάνω από στιγμές σαν κι αυτές που κάθεσαι και συλλογίζεσαι παράλογα πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο, μέσα σε ένα σκοτεινό πάρκινγκ, χωρίς να τα μοιράζεσαι με κανέναν και μετά να τα ξεχνάς για πάντα. Η πιθανότητα αυτού του πράγματος την σόκαρε λίγο και την έκανε να πιστεύει πως κάτι πολύ άσχημο υπήρχε εκεί έξω αλλά δεν ήξερε που ακριβώς και επειδή δεν ήξερε που ακριβώς βρισκόταν εκείνο το πολύ άσχημο πράγμα αυτομάτως πίστευε πως εκείνο το άσχημο πράγμα που υπήρχε τελικά εκεί έξω ήταν εκείνη η ίδια, η ίδια της η ύπαρξη, ο ίδιος της ο εαυτός. Τώρα τελευταία όμως, μέσα στο αυτοκίνητο της, αισθανόταν χαλαρή και ήρεμη και συνειδητοποιημένη, σαν μία μεγάλη μαύρη αρκούδα που κάθεται και κοιτάει το ποτάμι το καλοκαίρι, διώχνοντας τις μύγες από την όμορφη γούνα της. Σκεφτόταν πως ίσως η ζωή της να είχε ήδη συμβεί σε κάποιον άλλο πλανήτη και πως απλά τώρα γινόντουσαν οι πρόβες για εκείνη τη ζωή αλλά σε αυτόν εδώ τον πλανήτη, που ναι μεν την είχε ήδη ζήσει στο μέλλον, κάπου μακρυά, αλλά ακόμα δεν την είχε χαρεί και δεν είχε γευτεί την ουσία της και έτσι τώρα έκανε πρόβες για να την χαρεί στο μέλλον που θα ερχόταν και το οποίο διαγραφόταν λαμπρό μέσα στο κεφάλι της.
Το πρώι κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέπτη και σκέφτηκε πως έμοιαζε πρησμένη και δεν επιθυμούσε να βγει από το σπίτι. Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε πως είναι άρρωστη, έπεσε πάλι για ύπνο και ξύπνησε πάλι αργά το απόγευμα. Έπλυνε το πρόσωπο της και πήγε στο σαλόνι. Ο πατέρας της ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ και παρακολουθούσε την ταινία που του είχε αγοράσει. Ένας άσπρος σκύλος τριγυρνούσε στο σαλόνι. Φαινόταν νευρικός και πολύ μικρός. Η Σοφία έκατσε στον καναπέ και την πήρε πάλι ο ύπνος και μετά ο πατέρας της την κούνησε με το χέρι του και της χαμογέλασε. «Την ξαναβλέπω, η ταινία μου άρεσε πολύ». Ο σκύλος γάβγιζε από κάπου μέσα στο σπίτι και η Σοφία αισθάνθηκε ενθουσιασμό βιώνοντας το αίσθημα του απότομου ξυπνήματος από το χέρι του πατέρα της. Σκέφτηκε πως ήταν έτοιμη (λόγω του τριγώνου σκύλου-πατέρα-κόρης) να ταξιδέψει κάπου μακριά με πύραυλο και πως θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε τώρα που ήταν ξεκούραστη, όπως το να σκαρφαλώσει ένα θεόρατο βουνό με πατερίτσες, και πίσω της να την ακολουθούν χαρούμενοι ο σκύλος και ο πατέρας της χαμογελώντας. Αναρωτήθηκε πως θα ήταν η ζωή της αν δεν είχε εγκέφαλο και αν δεν σκεφτόταν ποτέ τίποτα. Χαμογέλασε στο κενό.
Την άνοιξη, μερικούς μήνες μετά που οι γνωστοί της δεν είχαν πληρώσει το λογαριασμό τους στον Κρητικό Φούρνο, η Ρένια είχε αρχίσει πάλι να λέει πως θα έπρεπε να τους βανδαλίσουν τα σπίτια.
«Εγώ λέω να τους βάψουμε όλο το σπίτι μαύρο και να τους κολλήσουμε τις πόρτες με logo».
Η Ρένια, μετά από μία εβδομάδα, έφυγε για Γιάννενα μαζί με τον γκόμενο της και δεν ξαναγύρισε. Το κεφάλι του νέου της προϊστάμενου ήταν στις αρχές καράφλας και είχε δύο γιους στο πολυτεχνείο στην Αθήνα.

badger 3
Μερικές μέρες απλά οδηγούσε χωρίς κανέναν προορισμό και άκουγε μουσική στο αυτοκίνητο από το ipod της, έψαχνε τα παλιά της πράγματα και βρήκε τις παλιές της κασέτες για το άγχος και την κοινωνική της «αμηχανία», τις άκουσε όλες από την αρχή, πιο πολύ από συνήθεια και νοσταλγία, μερικές φορές τις έλειπαν τα εφηβικά της συναισθήματα, εκείνα που ξαφνικά εκεί που έπλεε αμέριμνη ξαφνικά βυθιζόταν μέσα σε κάτι πολύ βαθύ και γνώριμο και όμορφο, στην μυστική λίμνη των παιδικών της αναμνήσεων, και εκεί κολυμπούσε γυμνή μαζί με το άλλο της μισό που ακόμη και σήμερα δεν ήξερε που βρισκόταν.
Κάθε φορά που μία κασέτα της μισής ώρας τελείωνε, η Σοφία ξυπνούσε από τον ελαφρύ της ύπνο. Μετά που όλες οι κασέτες τελείωσαν είχε συνηθίσει τους μικρούς της ύπνους και δεν χρειαζόταν κασσέτες για να απολαύσει έναν πεντάλεπτο υπνάκο.
Ένα απόγευμα είδε ένα όνειρο. Εκείνη και ένα αγόρι κρατιόντουσαν χέρι, χέρι μέσα σε ένα λεωφορείο. Πήγαιναν εκδρομή. Μέσα σε ένα πάρκινγκ είδαν μερικές αρκούδες. Οι αρκούδες της μίλησαν. Το αγόρι ήταν μακριά της και φαινόταν να είναι πολύ στοργικό. Εκείνη χάιδεψε τα κεφάλια των αρκούδων και άρχισε να σηκώνει με τα χέρια της τις αρκούδες, βάζοντας την μία πάνω στην άλλη με στοργή. Στο όνειρο η Σοφία είχε πολύ δύναμη και μπορούσε να σηκώνει αρκούδες με το χέρι. Τη νύχτα το αγόρι την πήρε και πήγαν να δουν μία ταινία στον Βιτσέντζο Κορνάρο.
«Αυτό ήταν ριψοκίνδυνο, η τελευταία αρκούδα» είπε η Σοφία στο αυτί του αγοριού.
«Είσαι ριψοκίνδυνη» είπε το αγόρι.
«Μου αρέσουν οι αρκούδες» είπε η Σοφία.
«Μου αρέσεις» είπε το αγόρι.
Εκείνη αισθάνθηκε ζωηρή και νευρική και χαρούμενη.
Μία άλλη μέρα, όταν είχε πλέον βαρεθεί να λαγοκοιμάται στον καναπέ, πήγε και χάζεψε μέσα σε ένα τεράστιο κατάστημα με κατοικίδια ζώα στην Αμμουδάρα και – μέσα σε μία έμπνευση υπερβολικής οικονομικής αυτοπεποίθησης και μίας λανθάνουσας μοναξιάς – αγόρασε ένα τεράστιο (60 γαλόνια) ενυδρείο με ξύλινη βάση από βελανιδιά. Στο σπίτι ο πατέρας της έβαλε τον σκύλο, τον οποίο τον είχε ονομάσει Wes Anderson, μέσα στο ενυδρείο και ο Wes Anderson έκατσε μέσα στο άδειο ενυδρείο δεχτικός και πολύ ενθουσιασμένος έγλυφε τα τζάμια του ενυδρείου. Όταν όμως η Σοφία πήγε να βγάλει τον Wes Anderson από το ενυδρείο για να τον εναποθέσει κάτω, η Σοφία σκόνταψε και ο Wes Anderson έπεσε από τα χέρια της χτυπώντας άσχημα στο πάτωμα με αποτέλεσμα ο Wes Anderson να κουτσαίνει για λίγο. Μετά από λίγο καιρό άρχισε πάλι να περπατάει κανονικά και μετά το έσκασε από το σπίτι. Ο πατέρας της έβαλε αφίσες σε όλη τη γειτονιά για την εξαφάνιση του Wes Anderson. Ένας γέρος κάλεσε είπε πως είχε βρει ένα γκριφόν λευκό αλλά τελικά δεν ήταν o Wes Anderson αλλά κάποιο άλλο σκυλί που του έμοιαζε αρκετά.
Και ξαφνικά ήταν καλοκαίρι και το δέρμα της Σοφίας άρχισε να ιδρώνει και εκείνη αισθανόταν ντροπή. Όλο τον Ιούλιο σκεφτόταν να μετακομίσει στην Αθήνα αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς θα έκανε εκεί. Ίσως, σκέφτηκε, να έπιανε δουλειά σε κάποιο άλλο καφέ ή φούρνο. Σκέφτηκε πως δεν θα έχει κανέναν φίλο και πως ο πατέρας της θα αισθάνεται μόνος. Επίσης έπρεπε να φροντίζει τα ψάρια της. Είχε πολλά πλέον. Έτσι αποφάσισε να μείνει στο Ηράκλειο και έβαλε τον εαυτό της μέσα σε μία ρουτίνα. Δούλευε, τάιζε τα ψάρια, λαγοκοιμόταν στον καναπέ, διάβαζε βιβλία, έβλεπε ταινίες και πήγαινε για φαγητό με τον πατέρα της. Τον είχε συνηθίσει και της άρεσε η παρέα του.
Μία μέρα ο πατέρας της της είπε πως είχε γνωρίσει έναν νεαρό και πως του είχε φανεί πολύ συμπαθής και έτσι της κανόνισε μαζί του ένα ραντεβού. Έτσι ένα ωραίο απόγευμα του Οκτωβρίου η Σοφία πρότεινε στον νεαρό να πάνε να δούνε τον Ψηλορείτη και να φάνε κάπου στα Ανώγεια. Η Σοφία επέμεινε να πάνε από τον δύσκολο δρόμο και παρόλο που στην αρχή ο νεαρός είχε πολύ όρεξη και ήταν ενθουσιώδης, στο τέλος της διαδρομής με το αυτοκίνητο αισθανόταν άρρωστος και είπε στην Σοφία πως ήθελε να γυρίσει στο σπίτι του και να κοιμηθεί. Η Σοφία τον άφησε με το αυτοκίνητο στο σπίτι του και μετά αγόρασε μία πίτσα από το δρόμο και την έφαγε ολόκληρη μέσα στο αυτοκίνητο της. Γύρισε στο σπίτι και όταν ο πατέρας της την καλωσόρισε στην πόρτα εκείνη είχε την τάση να βάλει τα κλάματα και να πέσει στην αγκαλιά του, ακριβώς όπως στις ταινίες στην τηλεόραση που ο μπαμπάς αγκαλιάζει τις κόρες του και τους λέει «σώπα, εντάξει τώρα, σώπα, σώπα» και μετά όλοι μαζί τρώνε μπισκότα και χαμογελάνε και ρουφάνε τις μύτες τους αλλά ήξερε πως τίποτα απ’ αυτά δεν επρόκειτο να συμβεί κι έτσι απλά μπήκε στο δωμάτιο της με την δικαιολογία πως ήταν νυσταγμένη. Στάθηκε στη μέση του δωματίου της και έσβησε όλα τα φώτα και απλά ήθελε να κοιμηθεί αμέσως εκεί, όρθια, αλλά την ενόχλησε το γεγονός πως έπρεπε να πλύνει πρώτα τα δόντια της και το πρόσωπο της και σκέφτηκε πως η ζωή ήταν εντελώς ακυρωτική, αποδιοργανωτική και μη ενδιαφέρουσα και σκέφτηκε το σαρκασμό που έκρυβε μέσα της, σαν ένα πολύ καλοφτιαγμένο ψέμα που σου λέει πως είναι αλήθεια και για λίγο καιρό λειτουργεί αλλά ξαφνικά σταματήσει να λειτουργεί. Μετά από λίγο ο πατέρας της μπήκε μέσα στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει και αυτό την εξόργισε και άρχισε να του ουρλιάζει να ξαναμπεί μετά που θα χτυπήσει. Εκείνος έφυγε και η Σοφία έκανε ένα ντουζ και μετά του έγραψε ένα σημείωμα όπου του ζητούσε συγνώμη και πήγε και του το έδωσε στο σαλόνι όπου ο πατέρας της καθόταν και παρακολουθούσε τηλεόραση.
Όταν την επόμενη μέρα πήγαν μαζί για φαγητό στα Goody’s ο πατέρας της δεν είπε τίποτα για τον νεαρό άντρα, τον οποίο τον έλεγαν Λάζαρο κι εκείνη δεν είπε τίποτα για το ραντεβού τους και η αλήθεια έμεινε μεταξύ τους, σαν ένα πράγμα το οποίο ήταν τεράστιο και όταν το πλησίαζες έτρεμε και κουνιόταν σαν σεισμός και μετά πατέρας και κόρη σταμάτησαν να μιλάνε μεταξύ τους πολύ και η συμπάθεια που είχε χτιστεί τόσο καιρό μεταξύ τους κατέρρευσε σαν κάστρο από άμμο από το νερό 22 χρόνων και στο σπίτι η Σοφία ένιωσε πως όλο αυτό θα κρατούσε για πάντα και το πάντα ήταν τόσο μικρό και γρήγορο που θόλωνε και έμοιαζε να τελειώνει αλλά αυτό πάντα κρατούσε λίγο ακόμα.
Την ίδια εβδομάδα είδε τον προϊστάμενο της τυχαία στο σούπερ μάρκετ και αυτομάτως γύρισε για να πάει προς την άλλη κατεύθυνση. Πλησίασε με φόρα ένα stand με μπαχαρικά και ξηρούς καρπούς βιολογικής καλλιέργειας και έριξε κατά λάθος μερικά σακουλάκια στο πάτωμα με το σώμα της και μετά κοκκίνισε και σκέφτηκε πως θα έβλεπε αύριο στη δουλειά τον προϊστάμενο της και έτσι αποφάσισε να του μιλήσει, γύρισε και τον χαιρέτησε με το χέρι όταν εκείνος ήταν περίπου πέντε μέτρα πίσω της.
«Σοφία» είπε ο προϊστάμενος.
«Γειά σας…είμαι εδώ γιατί θέλω να αγοράσω κάποια πράγματα» είπε η Σοφία. Εκείνος έμοιαζε να είναι πολύ βαριεστημένος ή ζαλισμένος και την κοίταξε κάπως εχθρικά και εκνευρισμένα. Η Σοφία κρατούσε ένα μάνγκο και μία οδοντόβουρτσα. Οδηγούσε τριγύρω χωρίς να ξέρει που πάει και ξαφνικά αποφάσισε να μπει στο σούπερ μάρκετ και να αγοράσει ένα μάνγκο και μία οδοντόβουρτσα. «ΟΚ λοιπόν..πάω να πληρώσω αυτά που πήρα» είπε η Σοφία κάπως νευρικά. Παρατήρησε πως τραύλισε ξανά. Είχε να το πάθει χρόνια, από το γυμνάσιο.
Στο αυτοκίνητο σκέφτηκε πόσο πολύ ήθελε να μετακομίσει στην Αθήνα. Κανείς δεν γνώριζε αυτή της την επιθυμία γιατί δεν το είχε πει σε κανέναν. Σκέφτηκε και κάποια άλλα πράγματα, την μητέρα της, τον πατέρα της και τη Ρένια, το πανεπιστήμιο και την παιδική της ηλικία, το πως όταν ήσουν παιδί δεν ήξερες τι σήμαινε να έχεις φίλους απλά κυρίως παρατηρούσες πράγματα που περνούσαν μπροστά από τα μάτια σου, χωρίς θλίψη και το πως δεν αισθανόσουν ποτέ μόνος ακόμα και όταν ήσουν μόνος και μετά ήθελε να κλάψει αλλά δεν μπορούσε να κλάψει και το πίεσε και τελικά τα κατάφερε. Έκλαψε λίγο και μετά άρχισε να τρώει το μάνγκο της, άπλυτο και ακαθάριστο σαν να ήταν κάποιο άγριο ζώο μέσα στη σπηλιά του, μέσα σε μία δίνη μασήματος και κατάποσης και μετά άνοιξε την οδοντόβουρτσα της από την πλαστική της συσκευασία και την κοίταξε και την έβαλε στην τσέπη της και μετά έκλαψε πιο πολύ, με λυγμούς τώρα, και το σώμα της άρχισε να τρέμει λίγο.
Πριν πάει στο σπίτι, οδήγησε λίγο ακούγοντας τραγούδια που την άρεσαν και τραγουδώντας πάνω από τη μουσική και με κατεβασμένα τα παράθυρα δεν σκεφτόταν τίποτα απολύτως και ο αέρας στέγνωνε τα δάκρυα στα μάτια της και αυτό την έκανε να αισθάνεται ωραία και σκέφτηκε πως ο πατέρας της δεν θα καταλάβαινε πως πριν από λίγο έκλαιγε. Στο γκαράζ του σπιτιού της γέλασε λίγο σκεφτόμενη την συζήτηση που είχε με τον προϊστάμενο της στο σούπερ μάρκετ. Την επόμενη μέρα ο προϊστάμενος της ήταν πολύ ευγενικός μαζί της και της κρατούσε μία πλαστική σακούλα με τέσσερα μάνγκο και της τα έδωσε και η Σοφία έκατσε και τα έφαγε όλα όσο ήταν στη δουλειά γιατί σκέφτηκε πως δεν ήθελε να τα κουβαλήσει στο σπίτι και να την ρωτάει ο πατέρας της τι ήταν αυτά τα μάνγκο ή απλά να τα κοιτάει και να μην λέει τίποτα – δεν το ήθελε ούτε αυτό.
Τον Δεκέμβρη, στα εικοστά τρίτα γενέθλια της, η Σοφία πήγε για μπιλιάρδο με τον πατέρα της. Και οι δύο προσπαθούσαν να είναι ενθουσιώδης και να χαίρονται αλλά με μισή καρδιά και η προσπάθειες τους φαινόντουσαν λίγο γελοίες και αστείες. Η Σοφία αναρωτήθηκε από πιο σημείο της ζωής της άρχισε να προσπαθεί πολύ σκληρά για να αισθανθεί όμορφα αλλά δεν κατέληξε σε κάποια απάντηση. Τελικά η βραδιά κατέληξε να έχει μία γεύση μέτριου σαρκασμού όπου όλοι χαμογελάνε ανεξέλεγκτα και πονάει το στόμα τους.
Μετά πήγαν και έπαιξαν ηλεκτρονικά παιχνίδια και ο πατέρας της της αγόρασε ένα παγωτό. Της έδωσε ένα φάκελο με χρήματα σαν δώρο και η Σοφία ονειρεύτηκε πως ήταν ένα πραγματικό δώρο, το οποίο το είχε διαλέξει ο ίδιος και σκέφτηκε πως από δω και πέρα θα φαντασιώνεται διάφορα πράγματα που είχαν την δυνατότητα να την κάνουν έστω και λίγο πιο ευτυχισμένη. Δεν την ενοχλούσε που θα ήταν μόνο στην φαντασία της. Την ένοιαζε μόνο το συναίσθημα της χαράς γιατί της είχε λείψει ακόμα κι αν ήταν φτιαχτό. Είχε κουραστεί να αισθάνεται χάλια όλη την ώρα. Ο πατέρας της έπαιξε ένα παιχνίδι ηλεκτρονικό ποδοσφαιράκι με έναν τυχαίο έφηβο και τον νίκησε και αισθανόταν χαρούμενος.
«Αυτό δεν ήταν σωστό. Να ξαναπαίξουμε» είπε ο πιτσιρικάς.
«Πολύ καλή δουλειά» είπε η Σοφία στον πατέρα της. Υπήρχε κάτι πολύ σκοτεινό και ψηλόλιγνο στην άλλη γωνία του καταστήματος και η Σοφία το κοίταξε.
«Μετράω στο ποδοσφαιράκι» είπε ο πατέρας της.
Η Σοφία κοίταξε τον πιτσιρικά και είδε πως τα παπούτσια του ήταν πράσινα και μετά κατά λάθος κοίταξε τον πατέρας της στα μάτια και ντράπηκε και μετά τον ξανακοίταξε και παρατήρησε πως κι εκείνος την παρατηρούσε και εκείνη τον λυπήθηκε που είχε φέρει στον κόσμο ένα τόσο ντροπαλό και λυπημένο πλάσμα, σε αυτόν τον γρήγορο και θολό κόσμο και ξαφνικά ήθελε να φύγει και να πάει κάπου μακριά για να μάθει για τις σχέσεις και για τους φίλους και να ξαναγυρίσει πιο χαρούμενη και δυνατή και να γελάει με τον πατέρα της σαν πραγματική κόρη.
«Είδες πόσο καλός είμαι» είπε ο πατέρας της και πήγε να της κάνει ένα κόλλα πέντε στον αέρα αλλά δεν το έκανε καλά και κόλλησαν μόνο τα δάχτυλα τους.
«Ωπ…ντάξει» είπε ο πατέρας της.
«Χαχά».
Και ο πατέρας της πισωπάτησε και ξαναπροσπάθησε για ένα νέο high five και η Σοφία δεν ήταν έτοιμη γιατί εκείνο το φυτό στη γωνία που έστεκε εκεί σαν ένας σκοτεινός άντρας μέσα σε ένα όνειρο, της είχε τραβήξει την προσοχή όπως επίσης και τα πράσινα παπούτσια του πιτσιρικά, όπως επίσης οτιδήποτε άλλο υπήρχε και επιζητούσε την προσοχή της και τελικά τα χέρια τους δεν ένωσαν παρά μόνο έμειναν να χτυπάνε τον αέρα σαν πλάσματα χωρίς σώμα.

http://steliospapagrigoriou.blogspot.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s