Λήξη ωραρίου

Standard

του Γιάννη Γιαννουλέα 

 

«Λήξη ωραρίου»

 mojave desert

-Το οριστικό τέλος, επανέλαβε με κόπο.

Καθόταν στην άκρη του πλαστικού καναπέ και ανάσαινε με δυσκολία. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που συναντούσα εξωγήινο – από κοντά εννοώ – και, μα την πίστη μου, δεν τον είχα φανταστεί καθόλου έτσι: Ήταν θεόρατος, πάνω από δύο μέτρα ύψος, φοβερά χοντρός και δυσκίνητος. Σαν ένας παράξενος ηλικιωμένος κύριος που ξεφούσκωνε, χωρίς όμως να συσπάται το πρόσωπό του. Δεν μπορούσες να πεις αν φοβόταν, αν ήταν νευρικός ή οτιδήποτε τέτοιο.

Καθόταν εκεί και έβγαζε περίεργους ήχους, σαν σφύριγμα ασθματικού ασθενή. Τουλάχιστον καθόταν ήσυχος. Την τελευταία μισή ώρα τον παρατηρούσα απ’ το τζαμάκι της πόρτας. Με σπαστά αγγλικά – κάτι σαν esperando – εξηγούσε στους αξιωματικούς ότι είχε επιστρέψει από το μέλλον. Άλλο και τούτο πάλι…

Είχε ταξιδέψει, λέει, με ταχύτητα εκατό φορές μεγαλύτερη απ’ αυτήν του φωτός για να γυρίσει πίσω στην εποχή μας. Έλεγε ότι δεν ήταν ακριβώς εξωγήινος – ένας γήινος από το μέλλον που είχε ταξιδέψει στο χρόνο! Μα την πίστη μου, έχω ακούσει πολλές ιστορίες σα λοχίας, μα αυτή είναι απ’ τις πιο απίθανες. Ποιος ξέρει τι ζόρι τραβούσε ο άνθρωπος, αυτό το πλάσμα τέλος πάντων. Σήκωσα τους ώμους μου και κοίταξα το ρολόι μου. Σε λίγο η βάρδια μου τέλειωνε.

Έριξα ακόμα μια σύντομη ματιά. Οι αξιωματικοί είχαν φύγει εδώ και ώρα. Το πλάσμα εξακολουθούσε να κάθεται ακίνητο κι αν δεν ακουγόταν αυτός ο παράξενος ήχος της αναπνοής του θα έλεγε κανείς ότι έχει πεθάνει.

Άρχισα να ξανασκέφτομαι όσα είχα ακούσει γι’ αυτόν από το πρωί, για να περάσει η ώρα. Το διαστημόπλοιό του, που έμοιαζε περισσότερο με μικρό φορτηγό, βρέθηκε διαλυμένο περίπου τρακόσια μίλια από δω, μέσα στην έρημο. Τον μετέφεραν με μεγάλη μυστικότητα στη βάση και διαπίστωσαν ότι ήταν σε θέση να μιλήσει. Από κείνη την ώρα άρχισε η ανάκρισή του που κράτησε πάνω από οχτώ ώρες.

Ύστερα έκανα κάτι παράξενο. Άνοιξα την πόρτα και – το ορκίζομαι – μπήκα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνος δεν έδειξε να καταλαβαίνει τίποτα. Τον πλησίασα και μη έχοντας τι να του πω, του πρόσφερα τσιγάρο.

Γύρισε αργά και με κοίταξε. Χοντρές στάλες, σα δάκρυα, άρχισαν να ρέουν απ’ το πρόσωπό του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s