Οι καμπινέδες, που κυρίως βάλαμε τα κλάματα παρά ήπιαμε

Standard

(επειδή την αντρική ηθική τη θυμόμαστε από κάποιους πεθαμένους μπαρόβιους)

Όπου και αν ζήσαμε, από το σικ έως το λούμπεν, όπου και αν πήγαμε από το τρέντυ έως το εξειδικευμένο, ένα πράγμα μας έμεινε, οι καμπινέδες. Που πιο πολλές βάλαμε τα κλάματα παρά ήπιαμε.

Τι αν και οι σύντροφοι μας, αυτοί του κιλού,  κυκλοφορούσαν με κάμπριο και ανοιχτό πουκάμισο για να είναι ασορτί. Υπερτερούσαμε σε όλα. Τι και αν τα συντρόφια το χασισιού, πριν το χασίσι δεν κάνει, έβριζαν την κάθε Πέττυ, που ως Κύρια της καύλας, τίμησε το τίτλο της. Με πειραγμένα βυζιά και κώλο. Σαν την Αλίκη, τον πιο παρεξηγημένο άνθρωπο της σόου μπιζ. Και με ένα προηγούμενο γκόμενο, τον πιο γαμάτο σόου μεν, τον Βλάσση, αν και όχι ιδιαίτερα προικισμένο ροκ μεν και ηθοποιό. Ήταν όμως η χαρά της ζωής. Σε όλα. Μέχρι το τέλος. Και γαμπρός της σούπερ γούμαν Ζωίτσας Λάσκαρη, που πολλοί δεν την πήγαιναν λόγω αθυροστομίας, αλλά πάμπολλοι τη γούσταραν, και η αρτίστα μέχρι και την κορόνα της Σταρ είχε τσακώσει,  τι και αν έπεφτε από τη μέση και πάνω (σαν το τελευταίο βιβλίο της Μαρίας Μήτσορα, λίγο στο ανάποδο) πάνω στα τραπέζια στα μαγαζιά της Μυκόνου, λόγω υπερκατανάλωσης αλκοόλ και κόκας.

Αλλά χρυσά μου, το μόνο πρόβλημα στις ουσίες το δημιουργεί η  φούντα. Αυτή σε τρέχει και για αυτή τρέχεις. Και αν αποφασίσεις να πεις ότι διεκδικώ τη ζωή μου, θα πίνω μόνο πρέζα και ούζο, πριν το αρχικό νούμερο στην ηλικία μου γίνει 4, θα την δεις όπως ποτέ άλλοτε ξανά και θα σου προσφέρει τέτοια ικανοποίηση, που υπερτερεί ακόμα και αυτής που θα δεις στο όνομά σου σε τυπωμένα περιοδικά. Και θα απορείς. Εγώ είμαι αυτός; Και με τόσο σοβαρό τρόπο; Ένα παιδί από το χωριό που μόνο κακά λόγια έλεγαν για μένα;

 Άλλα έχουμε μπροστά το 4 και πάμε γι΄ άλλα. Ίσως λιγότερο ικανοποιητικά και ενδεχομένως το ίδιο ισχυρά. Τι κι αν υποσχεθήκαμε στα γκομενικά μας, που εκτός ότι έφυγαν νωρίς, έχασαν κάθε σφριγηλότατα προσώπου, ότι εμείς θα την κρατήσουμε και ας μη ξέρουμε τι θα την κάνουμε. Άστεγοι και μόνοι. Περιπλανώμενου συναισθήματος δηλαδή αλήτες.

 Και ας βάζουμε τα κλάματα όπως κάποτε στους καμπινέδες. Και ας μην είπαμε τίποτα σε κανέναν, ποτέ. Αλλά οι λέξεις στα μπαρ πρέπει να ηχούν αλλιώς. Όχι όπως ηχούν τώρα. Χωρίς ουσιαστική ηχώ. Σαν τα φιλιά μέσα στ’ αμάξια, ενδεχομένως έξω από κωλόμπαρα. Και οι πουτάνες να μη δίνουν σημασία, όπως κανένας πούστης πατέρας, καμιά πουτάνα μάνα, κανένας πουτανοπούστης  δεν έδωσε σημασία, ούτε τον λόγο σ΄ εμάς πέρα από βρισιές και προσβολή προσωπικότητας.

 Έστω και αν εμείς μπορέσαμε μόνο για τους εαυτούς μας. Χρόνια πριν γίνει ο κόσμος υπόκοσμος και διάκοσμος. Που πάντα την είχαμε ψυλλιαστεί πού πάει το πράγμα. Γιατί από μωρά ψυλλιαστήκαμε το ποιος είναι και τι με τραβά. Ακόμα και για κάποιους που έγιναν κάποιες. Σαν τη Μάρθα, κατά κόσμο Βαγγέλη, που λόγω του νεαρού της ηλικίας μου και της συντηρητικής οικογένειάς μου, δεν τη χάρηκα όσο θα ήθελα. Και τα χρόνια της πολύ λίγα, μόνο 26. Και τα χρόνια μου ακόμα πιο λίγα, 15. Και τη σφάξανε έξω από τον τότε Συνασπισμό της πλατείας Κουμουνδούρου, χωρίς την προστασία των μπάτσων που φρουρούν ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, που στην πόρτα του την έφαγαν. Και όπως όλες οι αρτίστες, κηδεία σαν αυτές των χασικλήδων. Γιατί ήταν η ντροπή. Με ελάχιστο κόσμο. Και το κηδειόσημο έγραφε τα αντρικά της στοιχεία.

 Σαν τότε που εμείς και εμείς κλεινόμαστε στις τουαλέτες τοπικών μπαρ για καμιά μυτιά. Αλλά οι χασικλήδες έχουν την καταγέλαστο αθανασία, και το βιβλίο του Κούντερα αδιάφορο, και όλοι οι άλλοι στον Καιάδα, σαν το βιβλίο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου,  μόνοι, καταφρονεμένοι αλλά και ειλικρινείς, άρα ένθεοι και πάντα μόνοι, έστω και σε μικρά μπουλούκια σαν πίναμε μύτους στους αντρικούς καμπινέδες, αλλά χαμένα και αυτά χρόνια. Χωρίς να μας νοιάζει, το φαίνεσθαι. Αλλά τα συντρόφια αλλαξοπιστήσαν.

Και η τελευταία τουαλέτα που θυμάμαι ήταν ενός σεπαρέ χώρου στα Εξάρχεια. Τους κυρίους συμπότες δεν τους είδα στα επόμενα χρόνια. Ο χώρος μεταφέρθηκε και όσοι επέμεναν είναι χασικλήδες του σωσμού, χωρίς ποτέ να φανταστούν το ήθος και την ηθική των πρεζονιών.

Και εγώ κλαίω μόνος, όπως κάποτε στους καμπινέδες  των τοπικών μπαρ, πολύ πιο συχνά από οποιαδήποτε τέρψη, που ικανοποιούσα κάποτε στις τουαλέτες λόγω βυζαντινισμού και καθωσπρεπισμού του κώλου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s