Τσόντες  

Εκείνο τον καιρό στο ρέμα υπήρχαν πολλές ομάδες ποδοσφαίρου όλες με εντυπωσιακά ξένα ονόματα όπως Μπαρτσελόνα, Μάντσεστερ Σίτι, Ρεάλ Μαδρίτης, Μπάγερν, Ίντερ. Αρχηγός κάθε ομάδας ήταν πάντα ένα αγόρι μεγαλύτερο από μας γύρω στα δεκαπέντε – δεκαέξι, αυτός έβγαζε και την εντεκάδα.

Αριστερά και δεξιά της κοίτης υπήρχαν δύο μεγάλες χέρσες εκτάσεις όπου παίζονταν οι αγώνες συνήθως τα Σάββατα. Οι καθημερινές ήταν για μικρά πρωταθληματάκια, καμία σημασία δεν είχε που ανήκεξ, όλοι έπαιζαν με όλους.

Ένα απόγευμα στην ανάπαυλα δύο αγώνων πρωτάκουσα τη μαγική φράση: «Ρε μαλάκες, πα να κλέψουμε καμιά τσόντα;» Ένας – δύο πετάχτηκαν πάνω σαν ελατήρια ξεσκονίζοντας τα παντελόνια τους, αυτοί που παίζανε παιχτάκια σταμάτησαν το παιχνίδι και ‘μεις οι μικρότεροι κοιταζόμασταν μεταξύ μας. «Τι κοιτάτε ρε σαν χαμένοι; Θα ρθετε ναι ή όχι; Πανεύκολο είναι. Ένας αγοράζει κάτι, οι υπόλοιποι φυλάνε τσίλιες κι ένας βουτάει. Να, παίρνεις όσες προλάβεις και τις βάζεις μέσα στο μπουφάν, ή ρουφάς την κοιλιά σου και τις πετάς από το άνοιγμα μέσα στο παντελόνι».  Και μας έδειξε την σβέλτη κίνηση. «Δε φαίνεται τίποτα. Ο μπάρμπας δεν παίρνει χαμπάρι. Θα ρθετε;». Εμείς αμίλητοι. «Καλά» είπε με περιφρόνηση ο αρχηγός. «Εμείς πάμε αλλά όποιος δεν έρθει δεν θα τις διαβάσει κι ούτε θα δει που τις κρύβουμε».

Κατά καιρούς όλο και κάποιος έφερνε τσόντες στο γηπεδάκι. Τότε όλοι παρατάγαμε την μπάλα και ζουζουνίζαμε γύρω από τον κομιστή. Οι μεγάλοι πρώτα, έπειτα εμείς οι μικροί. Ακόμα θυμάμαι τους τίτλους των περιοδικών: «Λονδίνο 2000», «Διάβασέ με», «Μιρέλλα», «Σαμάνθα» . Τα περιοδικά ήταν παλιά και σκονισμένα, τα ξεφυλλίζαμε στα γρήγορα, τα δάχτυλά μας κατάμαυρα απ’ την σκόνη, έτσι πρωτοείδαμε όλοι μας την Γυναίκα… Έπειτα αυτός που τις έφερε τις μάζευε και τις έκρυβε σε παρακείμενη οικοδομή. Όλα αυτά τα περιοδικά ήταν κλεμμένα.

Μόνιμο θύμα σ’ αυτή την ιστορία ήταν ο μπαρμπα – Τσούνης. Ένας γέρος που δούλευε το περίπτερο με την γυναίκα του σε εικοσιτετράωρη βάση για χρόνια ολόκληρα. Είχε μαζέψει τόση κούραση πάνω του που καμιά φορά τον έπαιρνε ο ύπνος μέρα μεσημέρι μέσα στο κίτρινο. κλουβί. Στο άνοιγμα εκεί που δίνουν τα ρέστα έβλεπες τα μαλλιά του, γκρίζα κι ανακατεμένα, το κεφάλι του ακουμπισμένο στα δυο του χέρια κι έπρεπε να χτυπήσει; το τζαμάκι δύο – τρεις φορές για να ξυπνήσει και ν’ αγοράσεις κάτι. Οι σοκολάτες, οι τσίχλες και τα τσιγάρα ήταν μέσα στο περίπτερο ή μπροστά του, ενώ τα περιοδικά, οι εφημερίδες και οι τύχες ήταν έξω στα πλαϊνά του περιπτέρου. Οι τσόντες ήταν πάντα σε τυφλά σημεία, ποτέ αναρτημένες σε κοινή θέα.

Αυτοί που μείναμε πίσω, δεν ξεκινήσαμε νέο αγώνα, βράδιαζε άλλωστε, έλειπε κι ο αρχηγός. Βαράγαμε σουτάκια και περιμέναμε με μια κρυφή ελπίδα να μας αφήσουν κι εμάς να ξεφυλλίσουμε τις νέες αφίξεις. Σε λίγο φάνηκαν οι «κομάντος» όπως αυτάρεσκα ονομάζονταν. Λαχανιασμένοι, αναστατωμένοι, με μια έκδηλη τρομάρα στα πρόσωπά τους. Ο αρχηγός μας ο Γιώργος με μάτια κόκκινα απ’ το κλάμα και δαχτυλιές στο πρόσωπο κρατούσε με πόνο το αυτί του. Το μπουφάν του είχε σκιστεί εκεί που ενώνεται το μανίκι με την μασχάλη και το άσπρο αφρολέξ της επένδυσης είχε βγει έξω και κρεμόταν σαν γλώσσα. Ο γερο – Τσούνης τους την είχε στημένη απ’ την προηγούμενη επιδρομή. Όταν είδε από μακριά το τσούρμο, έβαλε την γυναίκα του μέσα να πουλάει κι αυτός κρύφτηκε πίσω απ’ το ψυγείο με τ’ αναψυκτικά. Μόλις ο αρχηγός πήγε να βάλει τις τσόντες στο μπουφάν, πετάχτηκε, τον τσάκωσε απ’ το μανίκι, αυτός τραβήχτηκε απότομα, το μπουφάν σκίστηκε μ’ ένα δυνατό «χρατς!», το τσούρμο σκόρπισε στη στιγμή, ήταν αργά πια για τον Γιώργο τις έτρωγε κανονικά απ’ τον γέρο. Πέφτουν χαστούκια, κλωτσιές, το αυτί του κοντεύει να ξεκολλήσει απ’ το τράβηγμα, τι θα πει στη μάνα του για το μπουφάν, ο Τσούνης να βρίζει: «Γαμώ την Παναγία σου, γαμώ το Χριστό σου». Ποιός ξέρει πόσες του ‘χαν κλέψει.

Παίρνει να νυχτώνει, δεν βλέπουμε ούτε πάσες να παίξουμε, μας έφυγε η κάψα για τις τσόντες, όλοι καθόμαστε αμίλητοι πάνω στο πεζούλι. Δεν κουνιέται φύλλο είναι ένα γλυκό σούρουπο του Μάη, όλα ησυχάζουν. «Άμα μεγαλώσω θα τονε γαμήσω» μουρμουράει ο αρχηγός. Έχουμε χάσει την αίσθηση της ώρας, βράδιασε πια για τα καλά πρέπει να γυρίσω στο σπίτι και δεν έχω διαβάσει τίποτα για αύριο. Ελπίζω να μη σηκώσει εμένα ο δάσκαλος να πω μάθημα.

 ME SPAY H WRAIA KOIMWMENH

 

«Lacta»

Από μέρες μου ‘χε ζητήσει να πάμε να φροντίσουμε λίγο το μνήμα της γιαγιάς της. Είχαμε καιρό να την επισκεφθούμε και δεν μπορούσα ν ‘αρνηθώ, ήξερα πόσο την αγαπούσε, «Αυτή με μεγάλωσε» μου ‘λεγε συχνά. Το απόγευμα που σχόλασα πήγαμε κι αγοράσαμε γλαστράκια, λάδι, λουμίνια, όλα τα πράγματα, είχαμε ώρα μπροστά μας, η μέρα είχε ανοίξει νύχτωνε αργά πια. Στην είσοδο του νεκροταφείου η γνωστή ζητιάνα: «Συχώρια, συχώρια» επαναλάμβανε, εμένα δε μου ζήτησε, με ήξερε από την αγορά, δεν της έδινα σχεδόν ποτέ. Σήμερα μαζί της σέρνει κι ένα γυφτάκι, μάλλον εγγόνι της. Επαναλάμβανε κι’ αυτό σαν από κασέτα: Συχώρια, συχώρια, συχώρια. «Άνοιξαν οι δουλειές» σκέφτηκα.

Ευτυχώς δεν έχει κηδεία σήμερα, δεν αντέχουμε τις φωνές και τα κλάματα, ιδίως η Ρούλα έχει γίνει πολύ ευσυγκίνητη μετά απ’ αυτό με την γιαγιά της. Στο κοιμητήριο λιγοστοί επισκέπτες, περιδιαβαίνουμε αργά τα μνήματα, ξεμακραίνει το βουητό της πόλης. «Πήγαινε εσύ στην γιαγιά σου, έρχομαι κι εγώ σε λίγο».

Ψάχνω τον τάφο του παππού μου, ποτέ δεν τον βρίσκω αμέσως, πρέπει να βάλω σημάδια. Θυμάμαι ότι είναι στην άκρη κοντά στην μάντρα. Ψάχνοντας βλέπω τον τάφο του Χρήστου. Σκοτώθηκε πέρσι τέτοιον καιρό. Έχει μια μεγάλη φωτογραφία σε μαρμάρινη κορνίζα, η μάνα του έρχεται κάθε μέρα, πλένει το μνήμα, τα τζαμάκια, ανάβει το καντήλι, ο τάφος του πάντα περιποιημένος με φρέσκα λουλούδια.

Μέσα απ’ το τζαμάκι διακρίνω μια μινιατούρα μηχανής όμοια μ’ αυτή που σκοτώθηκε ο μακαρίτης, έναν φάκελο μισάνοιχτο μ’ ένα γράμμα μέσα, και μια σοκολάτα Lacta. Ζωγραφισμένη επάνω της με μαρκαδόρο μια καρδιά, το χαρτί της κατσαρωμένο από την υγρασία, όμως δεν μοιάζει παλιά η συσκευασία, άραγε έρχεται ακόμα εδώ η Ασημίνα;

Η Ρούλα με φωνάζει, είναι ώρα μόνη της. Κουβαλάω νερό από την βρύση μ’ έναν σιδερένιο κουβά, πλένουμε το μνήμα από το θυμιατήρι βγαίνει χορεύοντας η γλυκιά μυρωδιά του λιβανιού φυσάει ελαφρά, τα τζαμάκια τριγύρω τρίζουν, δουλεύουμε αμίλητοι. Την σιωπή του κοιμητηρίου σκίζει μια κραυγή: «Πουσrόπαιδα!».

Βλέπουμε αναταραχή στο βάθος, τέσσερα γυφτάκια τρέχουνε, πηδάνε πάνω από τα μνήματα, ο νεκροθάφτης ξοπίσω τους δεν μπορεί να τα φτάσει, η σκηνή διαρκεί δευτερόλεπτα, τα γυφτάκια καβαλάνε την μάντρα κι εξαφανίζονται, «Αϊ στo διάολο!», λέει ο νεκροθάφτης ξεφυσώντας. Κι έπειτα γυρίζοντας προς το μέρος μας δικαιολογείται: «Μας έχουνε ρημάξει οι κωλόγυφτοι! Κλέβουνε τα θυμιατά, ό,τι χάλκινο υπάρχει και το πουλάνε στα χυτήρια. Δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο. Προχθές ληστέψανε μια γυναίκα και την δείρανε. Πηδάνε την μάντρα και γίνονται καπνός. Ο μαχαλάς τους είναι δίπλα, που να τους πιάσεις. Η αστυνομία λέει δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, δεν έχουμε κόσμο». Κουνάμε το κεφάλι με συγκατάβαση.

Τελειώσαμε τη δουλειά με το μνήμα, «Γεια σου γιαγιάκα μου» ψιθυρίζει η Ρούλα, φεύγουμε.

Θέλω να περάσουμε από τον τάφο του Χρήστου, να της δείξω την σοκολάτα με την καρδιά. Φτάνουμε, κάτι δεν πάει καλά, το τζαμάκι είναι ανοιχτό, ο φάκελος έξω, ένα θυμιατό πεσμένο, λίγα καρβουνάκια σκόρπια στο λευκό μάρμαρο. Κοιτάζω πιο προσεκτικά και δεν βλέπω πουθενά την σοκολάτα.

 

Διαβάστε ακόμα:

Αίμα

 

CAM00203Δυο λόγια για το Λευτέρη:

 

Ο Λευτέρης Κάρκας γεννήθηκε το 1979 στα Μέγαρα. Εργάστηκε ως παντοπώλης, φροντιστής αιγοπροβάτων και κοινωνικός λειτουργός.

Ένας συνεχής και ευαίσθητος αναγνώστης ρωμαλέων κειμένων που σήμερα, άεργος περιδιαβαίνει το δρόμο του, ψάχνει και ψάχνεται για να βρει το περιπόθητο εξκάλιμπερ (άγιο δισκοπότηρο). Αυτά…

 

One response »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s