ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ «ΤΑΧΥΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ», της Μάρλας Πέρδου

 

 

 

 

Το «Πίστομα» του Κ. Θεοτόκη, ένα σύντομο αφήγημα 3 σελίδων, τυπώθηκε το 1975 από τον λάτρη του βιβλίου και σπουδαίο εκδότη μονοτύπη-τυπογράφο Φίλιππο Βλάχο που το μοίραζε στον κινηματογράφο, όταν προβλήθηκε η ομώνυμη μικρού μήκους ταινία του Πάνου Κοκκινόπουλου.

Η ταινία του Κοκκινόπουλου, μολονότι πήρε βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, δε βλεπότανε. Τριανταπέντε χρόνια μετά έγινε η δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά του διηγήματος, τούτη τη φορά εξαιρετικά πετυχημένη.

 

 

 

ΤΟ «ΠΙΣΤΟΜΑ», του Γιώργου Φουρτούνη

Τα 18′ που συγκλόνισαν τη Δράμα

Της Βένας Γεωργακοπούλου

«Βάλ’ το πίστομα μέσα». Είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές φράσεις της ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν την ξεχνάς ποτέ, όπως δεν ξεχνάς και τη σκηνή που περιγράφει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης κλείνοντας το διήγημά του

«Πίστομα», δημοσιευμένο το 1899.

Ένα ζευγάρι (Ελένη Βεργέτη, Γιώργος Συμεωνίδης) ετοιμάζεται να θάψει ένα μωρό, καρπό παράνομου έρωτα. Ο 40χρονος Αντώνης Κουκουλιώτης γυρνάει στο χωριό του από τα βουνά, όπου ζούσε ως παράνομος, αφού δόθηκε «αμνηστία στους κακούργους». Βρίσκει τη γυναίκα του με βρέφος νεογέννητο. Σκοτώνει τον εραστή της. Σκάβει ένα λάκκο και την αναγκάζει να βάλει μέσα το νήπιο, που αγγελικά χαμογελούσε και ο ήλιος εχρύσωνε τα ξανθά μαλλιά του.

Το «Πίστομα» διάλεξε ο 27χρονος Γιώργος Φουρτούνης για μια ταινία διάρκειας 18 λεπτών, που κέρδισε το περασμένο Σάββατο το Α’ βραβείο μυθοπλασίας στη Δράμα. Ο Κερκυραίος λογοτέχνης έχει συχνά εμπνεύσει Έλληνες κινηματογραφιστές κάθε γενιάς και τάσης. Το ίδιο διήγημα έχει, για παράδειγμα, γίνει ταινία μικρού μήκους και από τον Πάνο Κοκκινόπουλο πίσω στο 1975.

Μεγάλα πλάνα

Ο νεαρός Φουρτούνης, όπως μας λέει ο Αχιλλέας Κυριακίδης, μέλος της Κριτικής Επιτροπής του φεστιβάλ, ξεχώρισε για την «ωριμότητά» του. «Χειρίστηκε το διήγημα του Θεοτόκη με μεγάλα πλάνα, υπομονή, πειθαρχημένη κάμερα, χωρίς αταξίες και εφέ, καμία λαγνεία προς τη βία και με αποθέωση της σιωπής ως εκφραστικού μέσου».

Είναι ήδη πολλά για έναν σκηνοθέτη που έχει μόλις μία ταινία ακόμα στο βιογραφικό του (το ψηφιακό «Δ»). Ανακάλυψε, όπως μας λέει, το «Πίστομα» πρώτα από έναν φίλο του, που πριν από αρκετά χρόνια τον προέτρεψε να το διαβάσει. Αργότερα, σπουδαστής πια κινηματογράφου, άκουσε το δάσκαλό του Περικλή Χούρσογλου να το διαβάζει στην τάξη «ως δείγμα διηγήματος, που θα μπορούσε να γίνει από ταινία μικρού μήκους μέχρι μεγάλου μήκους και σίριαλ». Τότε σκέφτηκε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του πάνω στον βίαιο και σκοτεινό κόσμο του Θεοτόκη.

Έκανε τη διασκευή μόνος του. Και αποφάσισε ότι η ιστορία θα διαδραματιζόταν σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό. Το βρήκε τελικά έξω από την Καστοριά, στα Κορέστεια, εκεί όπου, όπως έμαθε, είχε κάνει γυρίσματα και ο Παντελής Βούλγαρης για τις «Νύφες» αλλά και την «Ψυχή βαθιά». Να μια πρώτη προσωπική του διαφοροποίηση από το διήγημα του Θεοτόκη. «Η ιστορία μου πήρε έτσι ένα χαρακτήρα μετεμφυλιακό, χωρίς όμως να είναι εντελώς χειροπιαστός. Θα ‘λεγα ότι έχει κάτι το άχρονο» λέει.

Δύο στοιχεία του διηγήματος ενδιαφερόταν κυρίως να μεταφέρει με τον δικό του τρόπο στην οθόνη. «Πρώτα την αίσθηση της επιστροφής ενός άντρα σε έναν αφιλόξενο χώρο. Ο Θεοτόκης την περνάει σε μια μόνο, αλλά πολύ πυκνή παράγραφο. Έπειτα ήταν το θέμα της γυναίκας του Αντώνη Κουκουλιώτη. Εδώ πήρα κάποιες ελευθερίες σε σχέση με το διήγημα, όπου εκλιπαρεί τον άνδρα της για τη σωτηρία του παιδιού και γενικά μιλάει. Προτίμησα να δείξω ότι είναι συνένοχη στη βία πάνω στο μωρό, αφού είναι ο μόνος δρόμος για να επανέλθει ο κόσμος της σε μια κανονικότητα και τάξη, να ξαναγίνουν τα πράγματα όπως ήταν κάποτε. Ξέρουν και οι δύο ότι αυτό που κάνουν είναι λάθος, ότι ζουν σε έναν κόσμο βίας, αλλά παρ’ όλα αυτά τον ακολουθούν τυφλά».

Έκανε και κάτι άλλο, που είναι από τα ατού της ταινίας του. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τις σιωπές. «Πίστευα ότι το κλίμα του διηγήματος μπορούσε να αποδοθεί και χωρίς πρόζα, ότι περισσότερα πράγματα θα έβγαιναν αν η γυναίκα δεν μιλούσε, αλλά απλώς έπραττε. Ήταν ένα ρίσκο που πήρα και δεν μετανιώνω» λέει ο Γιώργος Φουρτούνης.

Την ίδια αφαιρετικότητα επέλεξε και για το θέμα του μωρού, που στο διήγημα του Θεοτόκη φαίνεται και περιγράφεται με τρυφερό και δραματικό τρόπο. «Με απασχόλησε πολύ το αν έπρεπε ή όχι να δείξω το παιδί. Αποφάσισα να ακούγεται απλώς η φωνούλα του, όταν ο άντρας πρωτομπαίνει σπίτι του. Καθοριστική για την απόφασή μου ήταν μια ταινία του Παύλου Τάσιου, το «Στίγμα», με τη Λαζαρίδου και τον Καφετζόπουλο. Κι εκεί το θέμα ήταν ένα παιδί, ένα άρρωστο παιδί, αλλά δεν το βλέπαμε, το βάρος έπεφτε στους γονείς και τις επιλογές τους» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Αφανής βία

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πάει εντελώς η βία, που δίνει ιδιαίτερη δύναμη στο διήγημα του Θεοτόκη; «Η βία δεν φαίνεται», απαντά ο Γιώργος Φουρτούνης. «Ήθελα να την αισθάνεσαι με έναν περίεργο τρόπο. Όλες οι πράξεις μοιάζουν φυσιολογικές και αναπόφευκτες. Όχι εύκολες, αλλά σίγουρα σαν μια λογική συνέπεια στον συγκεκριμένο κόσμο».

Γύρισε την ταινία του ολομόναχος, με ελάχιστα χρήματα, λίγες χιλιάδες ευρώ. Τώρα σκέφτεται ότι θα ‘θελε να ζήσει μια «διαφορετική εμπειρία». Έδωσε τρία χρόνια από τη ζωή του για μια ταινία 18 λεπτών, που παίχτηκε, όπως λέει, σε μια αίθουσα. «Ίσως μια ταινία μεγάλου μήκους δίνει μεγαλύτερη αξία στο χρόνο που αφιερώνεις». Του το ευχόμαστε ολόψυχα.

info: πρωταγωνιστούν ο Γιώργος Συμεωνίδης και η Ελένη Βεργέτη. Δ/νση φωτ.: Γκίκας Πέτρος. Μοντάζ: Τσινάσκι Αλμπερτ. Σκηνικά: Μπούσκα Κία, Ανδρεάδη Καλλιόπη. Κοστούμια: Παπαγεωργίου Νίκη

Ελευθεροτυπία, Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

 

 

«Η αισχροτάτη Εριέττα». Το βιβλίο-φάντασμα αλλά και το πρώτο «σοβαρό» πόνημα του Ανδρέα Στάικου, ο οποίος με το χειρόγραφο στη τσέπη γυρόφερνε τις πιάτσες ως «τα μπουτ λατσό» πάνω από 15 χρόνια, παριστάνοντας το συγγραφέα και αποσπώντας δήθεν θετικές κριτικές από την ομήγυρη.

Οι μεγάλες επιτυχίες του Ανδρέα Στάικου έμελλε να έρθουν πολύ αργότερα –όχι βέβαια λόγω του συγγραφικού του έργου και της αναγνώρισης της συγγραφικής του αξίας, αλλά λόγω της παλαιάς γνωριμίας του με τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο. Από το πρώτο βράδυ της σύλληψης του Γιωτόπουλου εγκαταστάθηκε ως απαραίτητη πρασινάδα στα κεντρικά Δελτία Ειδήσεων των ιδιωτικών καναλιών, βγάζοντας στριγκές κορώνες για το «φίλο» του Αλέξανδρο γεμάτες κακία και απίθανες ασυναρτησίες.

 

 

 

Οι Σημειώσεις πάνω στο πόκερ είναι ένα μινιμαλιστικό κείμενο ενός υπερφίαλου παίκτη που σνομπάρει και το πόκερ αλλά και τον αντίπαλο. Διαβάζεται απνευστί από όσους θέλουν να παριστάνουν ότι γνωρίζουν τον Γκι Ντεμπόρ, το πολυεπίπεδο έργο του αλλά και τις μπλόφες του.

 

 

Το κείμενο του Antonin Artaud “cogne et foutre” (ΠΟΥΤΣΑ ΚΑΙ ΞΥΛΟ) γράφτηκε το Σεπτέμβρη του 1946. Την εποχή που ο Αρτώ αντιμετωπίζοντας σοβαρά ψυχικά προβλήματα και έχοντας υποστεί το βάσανο των ηλεκτροσόκ, με κενά μνήμης και σκοτεινές τρύπες στο μυαλό του προσπαθεί, με την ενθάρρυνση φίλων του, να ξαναβρεί το ρυθμό του γραψίματος. Γεμίζει τετράδια με κατακερματισμένες σκέψεις και χρησιμοποιώντας κραγιόνια σχεδιάζει από μνήμης πρόσωπα φίλων του.

 

“Ο ΜΑΛΑΚΟΚΑΥΛΗΣ”, υπό Λεωνίδα Χρηστάκη.

Φυλλάδιο 8 σελίδων που περιέχεται και στη «Δυστυχία του να είσαι Μαλάκας». Προσοχή! Μας αφορά όλους, είτε για προσωπική ενδοσκόπηση ή άλλως όταν δείχνεις στους άλλους το φίλο σου να ξέρουν κι εκείνοι με ποιον έχουν να κάνουν…

 

 

 

 

 

 

Εκτός σειράς το «Εγκώμιον προς στην Καλλίπυγον» του Jacques Serguine .

Ένα εγχειρίδιο για γευσιγνώστες…

 

 

 

 

 

(*) Η Μάρλα Πέρδου δεσμεύεται να απαντήσει σε όλες τις ενστάσεις που ενδεχομένως υπάρξουν εντός των επόμενων τριάκοντα(30) ετών.

 

 

 

 

 

 

Advertisements

3 responses »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s